Στους παράγοντες που τροφοδότησαν την επιμονή του πληθωρισμού το 2025 εστιάζει η Eurobank Research στο πρόσφατο δελτίο της “7 Ημέρες Οικονομία”, παράλληλα με το πρόγραμμα αξιολογήσεων της ελληνικής οικονομίας που ξεκινά στις αρχές Μαρτίου με τον οίκο DBRS Morningstar.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), ο πληθωρισμός στην Ελλάδα παρέμεινε επίμονος το 2025, με τη μέση ετήσια μεταβολή του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ) να διαμορφώνεται στο 2,9%, ελαφρώς μειωμένος από το 3,0% του 2024. Στην Ευρωζώνη, η αποκλιμάκωση έφτασε το 2,1%, παραμένοντας λίγο πάνω από τον μεσοπρόθεσμο στόχο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), που ήταν 2,4% το 2024.
Ωστόσο, παρατηρούνται σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των χωρών της ζώνης του ευρώ. Για παράδειγμα, η Εσθονία κατέγραψε την ταχύτερη αύξηση τιμών το 2025, με 4,8%, ακολουθούμενη από την Κροατία (4,4%) και τη Σλοβακία (4,2%). Η Ελλάδα, με πληθωρισμό 2,9%, βρίσκεται σε πιο ήπιες θέσεις σε σύγκριση με χώρες όπως η Ισπανία (2,7%) και η Γερμανία (2,3%).
Οι διαφορές αυτές οφείλονται σε παράγοντες όπως το παραγωγικό κενό, οι δημοσιονομικές πολιτικές και ο βαθμός ευαισθησίας των οικονομιών στις γεωπολιτικές αναταραχές. Στην περίοδο 2020-2025, οι χώρες της Ευρωζώνης με τον υψηλότερο σωρευτικό πληθωρισμό ήταν οι χώρες της Βαλτικής, όπως η Εσθονία και η Λιθουανία, λόγω της γεωγραφικής τους εγγύτητας με τη Ρωσία.
Αναφορικά με τον πληθωρισμό στην Ελλάδα το 2025, οι κυριότεροι τομείς που επηρεάστηκαν ήταν οι υπηρεσίες, τα μη επεξεργασμένα τρόφιμα και οι τιμές ενέργειας. Σημαντική αύξηση παρατηρήθηκε στις τιμές των υπηρεσιών (4,8%), των μη επεξεργασμένων τροφίμων (6,4%) και των ενεργειακών προϊόντων (6,2%). Αντίθετα, υπήρξε επιβράδυνση στον πληθωρισμό των επεξεργασμένων τροφίμων και των βιομηχανικών αγαθών.
Συνολικά, ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα παρέμεινε σχεδόν σταθερός σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, καθώς οι ανοδικές πιέσεις από ορισμένες κατηγορίες ισορρόπησαν με τις πτωτικές από άλλες.
Με την ισχυρή ζήτηση να συνεχίζεται, η διεύρυνση της παραγωγικής βάσης μέσω της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας μπορεί να συμβάλει στη μείωση του πληθωρισμού και στη σταδιακή αποκλιμάκωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε μελλοντικές αναβαθμίσεις από τους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης.
Στις 6 Μαρτίου 2026, ο οίκος DBRS Morningstar θα εγκαινιάσει τον πρώτο γύρο αξιολογήσεων της ελληνικής οικονομίας για το 2026, ακολουθούμενος από τους Moody’s, Scope Ratings, Standard & Poor’s και Fitch. Οι αξιολογήσεις αυτές θα είναι καθοριστικές για την κατεύθυνση του ελληνικού αξιόχρεου.
Εκτός από τον Moody’s, ο οποίος κατατάσσει την Ελλάδα στην επενδυτική βαθμίδα, οι υπόλοιποι οίκοι βρίσκονται ένα σκαλοπάτι πάνω από αυτήν. Οι αξιολογήσεις τους δείχνουν σταθερές προοπτικές, γεγονός που καθιστά λιγότερο πιθανές αναβαθμίσεις στην επόμενη αξιολόγηση.
Οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης αναγνωρίζουν τις θετικές εξελίξεις στην ελληνική οικονομία, αλλά επισημαίνουν και τα διαρθρωτικά προβλήματα που παραμένουν, καθώς και τους κινδύνους που απειλούν τις μεσομακροπρόθεσμες προοπτικές της.
English