Ανεξαρτήτως του αν η σύγκρουση ΗΠΑ-Ισραήλ με το Ιράν τελειώσει σύντομα, οι επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία θα είναι αναπόφευκτες. Οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας είναι το πιο προφανές αποτέλεσμα, αλλά η διάρκεια αυτών των υψηλών τιμών θα κρίνει το μέγεθος της ζημιάς στις εφοδιαστικές αλυσίδες και την επίπτωση στην παγκόσμια ανάπτυξη, όπως επισημαίνει ο αναλυτής του Bloomberg, Marcus Ashworth.
Οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις ήδη αισθάνονται την πίεση, καθώς οι τιμές του πετρελαίου κυμαίνονται γύρω από τα 100 δολάρια το βαρέλι. Αυτό αντικατοπτρίζεται και στον πληθωρισμό της Γερμανίας, ο οποίος ανήλθε στο 2,8% τον Μάρτιο, το υψηλότερο επίπεδο εδώ και πάνω από ένα χρόνο, με τις τιμές ενέργειας να αυξάνονται κατά 7,2%. Περισσότερο επίμονα ζητήματα, όπως η ανεργία και η πτώση των επενδύσεων, θα χρειαστούν χρόνο για να εκδηλωθούν, αλλά είναι αναμενόμενα.
Πιέσεις στους καταναλωτές και κίνδυνος “δευτερογενών” επιπτώσεων
Η αύξηση των τιμών αγαθών και υπηρεσιών επηρεάζει άμεσα την καταναλωτική εμπιστοσύνη, ενδεχομένως οδηγώντας σε αιτήματα για αυξήσεις μισθών, γνωστά και ως “δευτερογενή αποτελέσματα”, που μπορεί να ενισχύσουν τις προσδοκίες για υψηλότερο πληθωρισμό.
Ωστόσο, για να εδραιωθούν τέτοιες πιέσεις απαιτείται μια ισχυρή οικονομία και “στενή” αγορά εργασίας, όπως συνέβαινε μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022. Αυτή τη φορά, η οικονομική προοπτική ήταν ήδη αδύναμη πριν από την έναρξη του πολέμου, γεγονός που σημαίνει ότι οι μακροπρόθεσμοι κίνδυνοι για την ανάπτυξη μπορεί να υπερισχύσουν των πληθωριστικών ανησυχιών.
Σύμφωνα με ανάλυση του Bloomberg, μεγάλοι διαχειριστές ομολόγων, όπως οι JPMorgan Chase και Columbia Threadneedle Investments, εκτιμούν ότι η άνοδος των αποδόσεων ομολόγων δεν αποτιμά σωστά τον κίνδυνο επιβράδυνσης. “Αυτό που αρχίζει ως πληθωριστικό σοκ μπορεί γρήγορα να μετατραπεί σε σοκ ανάπτυξης“, δήλωσε ο Daniel Ivascyn της Pimco. Η μείωση της ζήτησης είναι μια συχνή συνέπεια της αύξησης των τιμών ενέργειας, μια τάση που, όπως σημειώνει ο Ashworth, έχει ήδη αρχίσει να διαφαίνεται στην αγορά πετρελαίου.
Αναλυτές από τις Pimco και Goldman Sachs τοποθετούν πλέον την πιθανότητα ύφεσης στις ΗΠΑ στο 30% ή και υψηλότερα μέσα στον επόμενο χρόνο. Ακόμη και αν η σύγκρουση λήξει σύντομα, αναμένονται συνεχείς αναθεωρήσεις προς τα κάτω των προβλέψεων για το παγκόσμιο ΑΕΠ.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προειδοποιεί για ένα “παγκόσμιο αλλά ασύμμετρο” σοκ στην ανάπτυξη, ενώ και ο Οργανισμός για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη (ΟΟΣΑ) έχει ήδη μειώσει τις προβλέψεις του για πολλές χώρες. Παράλληλα, εκτιμά ότι ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ μπορεί να φτάσει το 4,2% φέτος.
Δίλημμα για τις κεντρικές τράπεζες
Η αβεβαιότητα του πολέμου καθιστά δύσκολη την ερμηνεία των οικονομικών δεδομένων. Για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, μια υπερβολική αντίδραση στις αυξήσεις τιμών ενέχει τον κίνδυνο να απαιτηθεί γρήγορη αναστροφή νομισματικής πολιτικής, κάτι που θα μπορούσε να μετατρέψει ένα ενεργειακό σοκ σε ύφεση.
Σε περίπτωση παρατεταμένης επιβράδυνσης που θα οδηγήσει σε υφέσεις σε πιο ευάλωτες οικονομίες, ο αποπληθωρισμός μπορεί να εξελιχθεί σε μεγαλύτερο πρόβλημα. Αναλυτές της UBS προειδοποιούν ότι, ενώ οι πιθανότητες για πιο αυστηρή νομισματική πολιτική αυξάνονται, ενισχύεται ταυτόχρονα και το ενδεχόμενο διαδοχικών μειώσεων επιτοκίων στη συνέχεια.
Ο πρόεδρος της ομοσπονδιακής κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ (Federal Reserve), Jerome Powell, προσπάθησε να καθησυχάσει τις αγορές, υπογραμμίζοντας ότι οι πληθωριστικές προσδοκίες παραμένουν υπό έλεγχο και ότι τα εργαλεία της Fed έχουν περιορισμένη επίδραση σε σοκ προσφοράς.
Όπως αναφέρει ο αναλυτής του Bloomberg, οι κεντρικές τράπεζες ενδέχεται να χρειαστεί να αυξήσουν τα επιτόκια αν εμφανιστούν έντονα δευτερογενή αποτελέσματα, ωστόσο προς το παρόν μια στάση αναμονής θεωρείται πιο συνετή. Παρόμοια στάση προκρίνει και η Isabel Schnabel της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Ο υπεύθυνος χάραξης πολιτικής της κεντρικής τράπεζας του Ηνωμένου Βασιλείου (Bank of England), Alan Taylor, υπενθύμισε ότι μεγάλο μέρος της ζημιάς από τα ενεργειακά σοκ προέρχεται από τη σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής και όχι από την ίδια την άνοδο των τιμών πετρελαίου.
Όπως επισημαίνει ο Ashworth, αυτό που σήμερα φαίνεται ως καθαρά πληθωριστικό ζήτημα μπορεί σύντομα να εξελιχθεί σε ερώτημα για το αν η παγκόσμια οικονομία θα διατηρήσει την αναπτυξιακή της δυναμική.
Ο πληθωρισμός αναμένεται να αυξηθεί τους επόμενους μήνες, αλλά μπορεί να υποχωρήσει σχετικά γρήγορα, αφήνοντας πίσω του μια πιο αδύναμη οικονομία. Σε περιόδους κρίσης, καταλήγει ο αναλυτής του Bloomberg, η επιλογή της αδράνειας μπορεί να αποδειχθεί η πιο ενδεδειγμένη μέχρι να ξεκαθαρίσει η κατάσταση.
English