Της Ελευθερίας Κούρταλη
Η S&P ανακοίνωσε την Παρασκευή ότι διατηρεί την αξιολόγηση της Ελλάδας στο ΒΒΒ με σταθερές προοπτικές, χωρίς να δημοσιεύσει την προγραμματισμένη αξιολόγηση. Ωστόσο, ο οίκος προχώρησε σε ανάλυση των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας και των επιπτώσεων του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Αυτή η ανάλυση δεν συνιστά αξιολόγηση, αλλά προσφέρει μια επισκόπηση του θεσμικού και οικονομικού προφίλ της χώρας. Είναι η πρώτη φορά που αξιολογητής προβαίνει σε τόσο αναλυτική εκτίμηση των επιπτώσεων του τρέχοντος πολέμου στην Ελλάδα.
Σύμφωνα με τη S&P, η ισχυρή ροή επενδύσεων αναμένεται να μετριάσει την επίπτωση της σύγκρουσης στην ανάπτυξη. Η εκτίμηση για την αύξηση του ΑΕΠ φέτος περιορίζεται στο 1,7%, μειωμένη από το 2,3% που είχε προβλεφθεί νωρίτερα. Παρ’ όλα αυτά, η ελληνική ανάπτυξη θα παραμείνει υψηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, όπου αναμένεται αύξηση μόλις 1%. Ο πληθωρισμός αναμένεται να εκτοξευθεί στο 4,2% φέτος, από 2,9% το 2025, και θα παραμείνει υψηλός στο 3,4% το 2027.
Η S&P προβλέπει ότι οι δευτερογενείς επιπτώσεις από τον πόλεμο θα επηρεάσουν αρνητικά την οικονομική δραστηριότητα, κυρίως λόγω της απότομης αύξησης των τιμών ενέργειας και της μειωμένης εξωτερικής ζήτησης. Ενώ οι Ευρωπαίοι τουρίστες μπορεί να επιλέξουν προορισμούς πιο κοντά στην πατρίδα τους, η οικονομική αβεβαιότητα και το υψηλότερο κόστος μπορεί να περιορίσουν τη ζήτηση πτήσεων, επηρεάζοντας αρνητικά τον ελληνικό τουρισμό. Οι εξαγωγές αγαθών, που περιλαμβάνουν τρόφιμα, φαρμακευτικά προϊόντα και μέταλλα, αναμένονται επίσης να δουν μείωση της ζήτησης, κάτι που θα επηρεάσει αρνητικά την αύξηση του ΑΕΠ. Ωστόσο, η αύξηση των επενδυτικών έργων που χρηματοδοτούνται από επιχορηγήσεις θα προσφέρει κάποια ανακούφιση, καθώς συνδέονται με το RRF πριν από την προθεσμία του 2026.
Παρά την αύξηση των παγκόσμιων τιμών ενέργειας, τα ισχυρά θεμελιώδη της ελληνικής οικονομίας αναμένεται να στηρίξουν τη μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη, η οποία προβλέπεται να φτάσει κατά μέσο όρο το 1,9% την περίοδο 2027-2029. Οι τάσεις στην αγορά εργασίας είναι θετικές, με το ποσοστό ανεργίας να έχει μειωθεί στο 8,9% το 2025, γεγονός που ενισχύει τα επίπεδα διαθέσιμου εισοδήματος. Η S&P αναμένει ότι η κυβέρνηση θα επενδύσει περισσότερο στην οικονομία μέσω δημόσιων επενδύσεων και φορολογικών περικοπών, με στόχο να μετριάσει την επίδραση της σταδιακής κατάργησης των έργων RRF.
Ωστόσο, οι δείκτες του εξωτερικού τομέα αναμένεται να αποδυναμωθούν το 2026 λόγω της αύξησης των τιμών ενέργειας. Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας βελτιώθηκε στο 5,7% του ΑΕΠ το 2025 από 7,2% το 2024, αλλά παραμένει ευάλωτο. Αυτή η βελτίωση προήλθε από την προηγούμενη διεύρυνση του 2022, όταν το έλλειμμα είχε φτάσει στο 10,7% του ΑΕΠ. Η S&P αναμένει λιγότερο σοβαρό αντίκτυπο το 2026 σε σχέση με το 2022, καθώς η αύξηση των τιμών θα είναι πιο βραχύβια.
Ο οίκος επισημαίνει ότι η εξάρτηση της Ελλάδας από τους υδρογονάνθρακες την εκθέτει σε κινδύνους από τις παγκόσμιες αγορές ενέργειας. Πριν από τη σύγκρουση, η Ελλάδα εισήγαγε το μεγαλύτερο μέρος του πετρελαίου της από το Ιράκ, ενώ το φυσικό αέριο προερχόταν κυρίως από το Αζερμπαϊτζάν και τη Ρωσία. Αν και η S&P δεν αναμένει σοβαρές διαταραχές στον εφοδιασμό φυσικού αερίου, η προμήθεια πετρελαίου μπορεί να επηρεαστεί σημαντικά. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έχουν κερδίσει έδαφος, αλλά δεν είναι ικανές να εξαλείψουν πλήρως την εξάρτηση από τις παραδοσιακές πηγές ενέργειας.
Τα δημοσιονομικά αποθέματα της κυβέρνησης φαίνονται ισχυρά. Η Ελλάδα πέτυχε πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ το 2025, παραμένοντας πάνω από τους αρχικούς στόχους. Τα μέτρα που ανακοινώθηκαν μετά την αύξηση των τιμών ενέργειας δεν αναμένεται να αλλάξουν την πορεία της δημοσιονομικής πολιτικής. Η υψηλή εξάρτηση από έμμεσους φόρους μπορεί να προσφέρει βραχυπρόθεσμη ανακούφιση στην κυβέρνηση.
Ο οίκος προβλέπει ότι η Ελλάδα θα διατηρήσει ένα σταθερό πρωτογενές πλεόνασμα κατά μέσο όρο 2,7% του ΑΕΠ την περίοδο 2026-2029.
Όπως τονίζεται, η βιωσιμότητα του χρέους βελτιώνεται. Το 2026, ο δείκτης καθαρού χρέους προς ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί στο 131%, χαμηλότερος από αυτόν της Ιταλίας. Μέχρι το 2029, ο δείκτης αναμένεται να φτάσει το 110%. Ο οίκος ενσωματώνει στα υπολογισμένα χρέη τα ταμειακά αποθέματα του ΟΔΔΗΧ, που αναμένονται να φτάσουν τα 31 δισ. ευρώ στο τέλος του 2026. Παρά το υψηλό χρέος, το προφίλ είναι ευνοϊκό, με μέση διάρκεια εξυπηρέτησης 18,7 έτη και κόστος 1,3%.
Παρ’ όλα αυτά, τα διαρθρωτικά προβλήματα συνεχίζουν να περιορίζουν τις δυνατότητες της Ελλάδας. Παρόλο που έχουν γίνει μεταρρυθμίσεις στον τραπεζικό τομέα και την αγορά εργασίας, οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά προϊόντων και άλλοι τομείς, όπως η διαφθορά και το δικαστικό σύστημα, παραμένουν πίσω.
Η γήρανση και η συρρίκνωση του πληθυσμού είναι μακροχρόνια προβλήματα. Από το 2011, ο πληθυσμός έχει μειωθεί κατά πάνω από 6%, με αποτέλεσμα τη γήρανση της κοινωνίας. Η Ελλάδα είναι πλέον η τέταρτη γηραιότερη χώρα στην ΕΕ, με προοπτική το 2050 να έχει το υψηλότερο ποσοστό ατόμων άνω των 65 ετών. Παρά τις μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό σύστημα, η δημογραφική αλλαγή παραμένει πρόκληση.
Κατά την S&P, οι κίνδυνοι για τις τράπεζες είναι περιορισμένοι παρά την αύξηση των τιμών ενέργειας. Η οικονομική ανάπτυξη και η βελτίωση των ισολογισμών υποστηρίζουν την κερδοφορία των τραπεζών. Αν και οι κίνδυνοι είναι υψηλότεροι από άλλες ευρωπαϊκές τράπεζες, οι βελτιώσεις στα νομικά και κανονιστικά πλαίσια διευκολύνουν τις ανακτήσεις.
Τέλος, σχετικά με τις εκλογές που προγραμματίζονται για τον Ιούλιο του 2027, η S&P αναφέρει ότι το κυβερνών κόμμα της Νέας Δημοκρατίας μπορεί να χάσει την απόλυτη πλειοψηφία, αλλά να παραμείνει στην εξουσία μέσω συνασπισμού. Παρά τις προκλήσεις, η υποστήριξη προς τη ΝΔ παραμένει ισχυρή, με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις να δείχνουν ότι το κόμμα θα παραμείνει το μεγαλύτερο, αν και πιθανόν να χρειαστεί να σχηματίσει συνασπισμό. Ωστόσο, δεν αναμένονται σημαντικές αλλαγές στην πολιτική κατεύθυνση.
English