Του προέδρου του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς, Βασίλη Κορκίδη
Ο πληθωρισμός δεν είναι απλώς ένας αριθμός· είναι μια καθημερινή εμπειρία που στην Ελλάδα συχνά είναι πιο έντονη από ό,τι σε άλλες χώρες της Ευρωζώνης. Παρά το γεγονός ότι τα επίσημα ποσοστά πλησιάζουν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ο “χειμερινός πληθωρισμός” στη χώρα μας παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Τα στοιχεία της Eurostat για τον Ιανουάριο δείχνουν ότι ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (ΔΤΚ) στην Ελλάδα αυξήθηκε με ετήσιο ρυθμό 2,8%, ελαφρώς μειωμένος από το 2,9% του Δεκεμβρίου. Αντίθετα, στην Ευρωζώνη ο δείκτης επιβράδυνε κάτω από τον στόχο του 2% της ΕΚΤ. Οι μεγαλύτερες ανατιμήσεις στη χώρα μας εντοπίζονται στις ομάδες διατροφής, στέγασης και υπηρεσιών.
Το ερώτημα γιατί η ακρίβεια είναι πιο αισθητή στην ελληνική κοινωνία είναι εύλογο. Οι απαντήσεις βρίσκονται κυρίως στη δομή της ελληνικής οικονομίας και λιγότερο στη νομισματική πολιτική της ευρωζώνης. Ένας από τους κύριους λόγους είναι ότι οι Έλληνες καταναλώνουν διαφορετικά, με το μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού να κατευθύνεται σε τρόφιμα, ενέργεια και στέγαση, κατηγορίες που παρουσιάζουν έντονες διακυμάνσεις τιμών. Όταν οι τιμές των βασικών αγαθών αυξάνονται, η επίπτωση είναι άμεση. Αντίθετα, σε οικονομίες όπου το βάρος πέφτει σε υπηρεσίες, η αύξηση των τιμών είναι πιο ήπια.
Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας είναι η υψηλή φορολογία στην κατανάλωση στην Ελλάδα. Ο ΦΠΑ και οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης ενσωματώνονται στην τελική τιμή, κάνοντάς τις ανατιμήσεις πιο αισθητές. Έτσι, δημιουργείται ένας “φορολογικός πληθωρισμός” που επιβαρύνει τους καταναλωτές.
Η διαφορά στα εισοδήματα μεταξύ Ελλάδας και Ευρωζώνης είναι επίσης καθοριστική. Παρά τις αυξήσεις των τελευταίων ετών, οι μισθοί στη χώρα μας παραμένουν χαμηλότεροι από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ακόμα και μέτριος πληθωρισμός οδηγεί σε μεγαλύτερη απώλεια αγοραστικής δύναμης. Επιπλέον, η εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια επιταχύνει τον πληθωρισμό, καθώς οι διεθνείς αυξήσεις τιμών επηρεάζουν άμεσα την ελληνική αγορά. Τέλος, ο περιορισμένος ανταγωνισμός σε αρκετούς τομείς επιτρέπει τη μετακύλιση του κόστους στους καταναλωτές, καθιστώντας τις αυξήσεις πιο ορατές.
Στην Ευρωζώνη, ο δείκτης πληθωρισμού διαμορφώθηκε στο 1,7% ετησίως, επιβεβαιώνοντας τις προβλέψεις για μείωση. Οι υπηρεσίες καταγράφουν τον υψηλότερο ρυθμό πληθωρισμού με 3,2%, ακολουθούμενες από τρόφιμα και αλκοολούχα. Σημαντική είναι η υποχώρηση του δομικού πληθωρισμού στο 2,2%, η χαμηλότερη μέτρηση από τον Οκτώβριο του 2021.
Οι προβλέψεις της ΕΚΤ για τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη και την Ελλάδα δείχνουν τάσεις αποκλιμάκωσης. Αναμένονται διακυμάνσεις στις τιμές ενέργειας και τροφίμων, αλλά συνολικά η τάση είναι προς μείωση. Για την Ελλάδα, ο πληθωρισμός προβλέπεται να πέσει από το 2,8% στο 2,3%.
Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα επώδυνος για τους πολίτες. Αυτό δεν οφείλεται σε μόνιμη ακρίβεια, αλλά στο οικονομικό μας μοντέλο που καθιστά τις αυξήσεις πιο ορατές. Παρά τη μηνιαία μείωση των τιμών, οι Έλληνες βιώνουν πολύ πιο έντονα τις οικονομικές συνθήκες. Η αντιμετώπιση του πληθωρισμού απαιτεί βαθιές αλλαγές, όπως η μείωση της εξάρτησης από την κατανάλωση, η ενίσχυση του ανταγωνισμού και η αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να επιστρέψουμε σε μια κανονικότητα, όπου ο πληθωρισμός θα είναι απλώς ένας οικονομικός δείκτης και όχι μια μόνιμη απειλή για το βιοτικό μας επίπεδο.
Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ
English