Σε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη στο ακαδημαϊκό περιοδικό Τετράδια Πολιτισμού, ο διακεκριμένος σχεδιαστής μόδας Βασίλης Ζούλιας δεν διστάζει να βάλει το δάχτυλο στην πληγή της σύγχρονης κοινωνίας, αποδομώντας με λόγια κοφτερά σαν λεπίδα τις σύγχρονες τάσεις που, κατά την άποψή του, απειλούν την ίδια την ουσία της ομορφιάς και της παράδοσης.
Με φόντο μια εποχή που φαίνεται να γυρίζει την πλάτη στην αισθητική κληρονομιά μας, ο Ζούλιας υπερασπίζεται με πάθος την αξία της φινέτσας, της οικογενειακής παράδοσης και της εθνικής μας ταυτότητας, προειδοποιώντας για μια αόρατη δύναμη που σπέρνει σύγχυση και παρακμή.
Η συνέντευξη, που δημοσιεύεται ξεκινά με μια καταιγιστική κριτική στην κατεύθυνση που παίρνει ο χώρος της μόδας – και όχι μόνο.
Η woke agenda θέλει να επιβάλει την ασχήμια!
Αυτό δηλώνει κατηγορηματικά ο Ζούλιας, συνδέοντας αυτή την τάση με σκοτεινά φαινόμενα που έχουν ταράξει τα νερά διεθνώς. Αναφέρεται σε πρόσφατες επιδείξεις, όπως αυτή του Martin Margiela, όπου μοντέλα εμφανίστηκαν με στόματα καρφωμένα από τέσσερις πλευρές, χαρακτηρίζοντάς το «αποτροπιαστικό, φοβιστικό θέαμα».
Δεν παραλείπει να θίξει και το σκάνδαλο του οίκου Balenciaga πριν από δύο χρόνια, με τις καταχωρήσεις που υπαινίσσονταν παιδοφιλικά στοιχεία, και εκφράζει την απορία του για την αργοπορημένη αντίδραση του χώρου:
Η Anna Wintour και η Kim Kardashian αντέδρασαν αργά, λες και περίμεναν εντολή.
Για τον Ζούλια, αυτή η ατζέντα δεν είναι απλώς μόδα – είναι μια συστηματική προσπάθεια να σπείρει σύγχυση, να ακυρώσει την ομορφιά και να προωθήσει μια «μαύρη πλευρά» που διαφέρει ριζικά από τη σκοτεινή, αλλά εμπνευσμένη, δημιουργικότητα παλιότερων καλλιτεχνών όπως ο Alexander McQueen.
Αλλά η κριτική του Ζούλια δεν μένει στα διεθνή πατώματα της υψηλής ραπτικής. Στρέφεται με ακόμα μεγαλύτερη οξύτητα προς την πατρίδα μας, αποδίδοντας ευθύνες στους ίδιους τους Έλληνες για την εσκεμμένη καταστροφή της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. «Ο Έλληνας σήμερα, τα τελευταία 50 χρόνια, δεν σέβεται καθόλου την πολιτιστική του κληρονομιά», λέει χαρακτηριστικά, θυμίζοντας πώς το ιστορικό Zonar’s, σύμβολο κομψότητας, έκλεισε και τα έπιπλά του πετάχτηκαν σαν «παλιατζούρες». Μιλά για την κατεδάφιση της πλατείας Ομονοίας, την πώληση των Μαρμάρων του Παρθενώνα με ενεργή συμμετοχή Ελλήνων, και εκφράζει την έντονη αντίθεσή του σε δρώμενα πολυτελών οίκων όπως η Gucci στην Ακρόπολη. «Μόνο μια εμφάνιση από τον Σύλλογο Ελλήνων Σχεδιαστών θα ταίριαζε εκεί», προτείνει, υπερασπιζόμενος την ιδέα ότι η ομορφιά πρέπει να ριζώνει στην παράδοσή μας, όχι να την αλλοιώνει.
Σε μια εποχή όπου οι πλατείες όπως το Σύνταγμα χάνουν τα σιντριβάνια τους και η καθημερινότητα γίνεται όλο και πιο αδιάφορη αισθητικά, ο Ζούλιας νοσταλγεί τις παλιές εποχές:
Κυριακάτικες εμφανίσεις με γάντια, καπέλα, μανικετόκουμπα – αυτό ήταν το στυλ που μας χαρακτήριζε.
Συγκρίνει την ελληνική αδιαφορία με την ευρωπαϊκή υπερηφάνεια, αναφέροντας πώς οι Γάλλοι δεν άγγιξαν τις Βερσαλλίες κατά την Επανάστασή τους. Και εδώ έρχεται η καρδιά του μηνύματός του: η ομορφιά δεν είναι πολυτέλεια, είναι σωτηρία. «Μόνο η ομορφιά μπορεί να σώσει τον κόσμο», είναι το μότο του, ορίζοντας την ως κάτι αντικειμενικό και υποκειμενικό μαζί, παρούσα παντού – από τα καμπυλωτά σώματα που υμνεί (με αναφορά στον Μποτερό) μέχρι την αύρα ενός ανθρώπου όπως η Μελίνα Μερκούρη. «Αυτή τη γυναίκα την κοίταγες, ακόμα κι αν φόραγε ένα τσουβάλι. Έχουν κάτι στην αύρα τους, στον τρόπο που περπατάνε, στην όλη παρουσία τους», εξηγεί, τονίζοντας ότι το στυλ «δεν αγοράζεται με ένα εκατομμύριο».
Πίσω από αυτές τις αναμνήσεις κρύβεται και μια βαθιά αγάπη για την οικογένεια και την ελληνική ταυτότητα, που ο Ζούλιας βλέπει σαν DNA φινέτσας:
Εμείς διδάξαμε τον όρο καλαισθησία.
Η μητέρα του, με τις ιστορίες για τις κυριακάτικες εμφανίσεις, γίνεται σύμβολο μιας εποχής όπου το ντύσιμο ήταν πράξη σεβασμού – προς τον εαυτό, την οικογένεια, την κοινωνία. Σήμερα, λέει, αυτή η παράδοση χάνεται, θύμα μιας μόδας που προωθεί την αδυναμία και την ασχήμια, αντί για τις καμπύλες και την αρμονία.
Παρά την απαισιόδοξη εικόνα, ο Ζούλιας αφήνει μια ακτίνα ελπίδας:
Το φως νικάει το σκοτάδι!
Βλέπει τάσεις όπως η προσευχή και ο διαλογισμός να αντεπιτίθενται στην αρνητική ατζέντα σχεδιαστών όπως ο Rick Owens. Σε έναν κόσμο που φαίνεται να χάνει τον προσανατολισμό του, η φωνή του υπενθυμίζει ότι η επιστροφή στην ομορφιά – και στην κληρονομιά μας – δεν είναι μόνο δυνατή, αλλά και αναγκαία. Μια συνέντευξη που δεν διαβάζεται απλώς: βιώνεται, σαν υπενθύμιση σε εμάς όλους να μην αφήσουμε την Ελλάδα να γίνει σκιά του εαυτού της.
English