Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων ανθρώπων μπαίνει σε αστυνομικό τμήμα, μέρα καύσωνα. Ο ένας εκ των δύο σέρνει τα πόδια του, γιατί η υγεία δεν ρωτάει ούτε ημερομηνίες λήξης ταυτοτήτων ούτε προθεσμίες Κανονισμών της ΕΕ. Έχουν έρθει να κάνουν αυτό που τους ζήτησε το κράτος: να αντικαταστήσουν τις ταυτότητές τους έως τις 3 Αυγούστου, όπως επιτάσσει ο Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1157. Υπάκουοι, συνεπείς, όπως υπήρξαν σε όλη τους τη ζωή απέναντι σε αυτό το κράτος — στην εφορία του, στα ταμεία του, στις ουρές του και σ’ όλες τις παλινωδίες του.
Εκεί, αρχίζουν και τους προβάλλουν το ένα γραφειοκρατικό εμπόδιο μετά το άλλο. Δείτε τον διάλογο:
– Στο πιστοποιητικό γεννήσεώς σας ο δήμος δεν συμπεριλαμβάνει το επώνυμο της μητέρας σας.
– Ναι, αλλά εσείς το γνωρίζετε, διότι αναγράφεται στην ταυτότητά μου.
– Δεν έχει καμία σημασία αυτό. Πρέπει να διορθωθεί από τον δήμο σας.
– Μα να τρέχω τώρα και στον δήμο, αφού έχετε τα στοιχεια μου στα συστήματά σας και την ταυτότητά μου, που γράφει το επώνυμο της μητέρας μου.
Και τότε έρχεται το γνωστό βλέμμα. Το βλέμμα που επιφυλάσσεται στους πολίτες β’ κατηγορίας. Και μια ερώτηση, διατυπωμένη με εκείνη την υπεροψία του γκισέ που νομίζει ότι κάνει χιούμορ:
Τι την θέλετε την ταυτότητα σ’ αυτήν την ηλικία; Θα ταξιδέψετε;
Ιδού, λοιπόν, η επίσημη κρατική φιλοσοφία, εκπεφρασμένη διά στόματος αστυνομικού, όχι απλά δημοσίου υπαλλήλου – και ξέρετε, σ’ αυτήν την ιστοσελίδα τους αστυνομικούς τους έχουμε κορώνα στο κεφάλι μας: Ο γέρος είναι τελειωμένος. Δεν ταξιδεύει, δεν χρειάζεται, δεν υπάρχει. Είναι «πλήρης ημερών» — ας περιμένει ήσυχα την έξοδό του από το μητρώο. Και αν χρειαστεί να ταξιδέψει για ιατρικούς λόγους; Αν το νοσοκομείο που θα του σώσει το φως ή τη ζωή βρίσκεται σε άλλη πόλη ή σε άλλη χώρα; Μήπως ούτε αυτό αρμόζει στην ηλικία του; Άλλωστε, για να εκδώσει διαβατήριο, θα του ζητήσουν… τη νέα ταυτότητα. Ο κύκλος κλείνει ερμητικά — και απ’ έξω μένει ο άνθρωπος.
Ας το ονομάσουμε
Αυτό το φαινόμενο δεν έχει ακόμη όνομα στη δημόσια συζήτηση, γι’ αυτό και προτείνω ένα: ψηφιακός ελιτισμός. Η διεθνής βιβλιογραφία μιλάει ευγενικά για «ψηφιακό χάσμα» — λες και πρόκειται για γεωλογικό φαινόμενο, για ρήγμα που άνοιξε μόνο του. Δεν άνοιξε μόνο του. Το ψηφιακό χάσμα έχει αρχιτέκτονες. Ψηφιακός ελιτισμός είναι η νοοτροπία μιας τεχνοκρατικής ΕΛΙΤ που σχεδιάζει το κράτος, τις τράπεζες και τις υπηρεσίες στα δικά της μέτρα — ανθρώπων που δεν φαντάζονται ζωή χωρίς smartphone και το MacBook τους — και θεωρεί όποιον δεν την ακολουθεί όχι πολίτη με δικαιώματα, αλλά υπόλειμμα προς απόσβεση.
Και ας μιλήσουμε καθαρά για το ποιοι είναι αυτοί οι «απαξιωμένοι». Είναι οι άνθρωποι που δεν εξοικειώθηκαν ποτέ με τις νέες τεχνολογίες — και δεν όφειλαν να εξοικειωθούν. Που κρατούν στην τσέπη ένα απλό κινητό με κουμπιά, όχι smartphone· κι αν ακόμη έχουν smartphone, αδυνατούν να διεκπεραιώσουν πάνω του γραφειοκρατικές διαδικασίες που απαιτούν ακρίβεια, κωδικούς, κατεβάσματα εφαρμογών και ψυχραιμία εφοριακού ελεγκτή. Που δεν διαθέτουν υπολογιστή, ούτε γνώση χειρισμού του. Που δεν έχουν οικογένεια να τους συνδράμει — ή έχουν, αλλά τα παιδιά ζουν σε άλλη πόλη, σε άλλη χώρα, σε άλλη ζωή. Και — το κυριότερο — άνθρωποι που δεν αντιλαμβάνονται γιατί, ενώ υπήρξαν σε όλη τους τη ζωή υπεύθυνοι και συνεπείς απέναντι στο κράτος, αυτό το κράτος τούς ζητάει τώρα να μεταμορφωθούν σε κάτι που δεν αρμόζει ούτε στην ηλικία ούτε στις δυνατότητές τους.
Και κάτι ακόμη, που η τεχνοκρατία αρνείται πεισματικά να ακούσει: υπάρχει και η διάθεση. Η θέληση του ανθρώπου δεν επιτρέπεται να περιφρονείται. Γιατί, αλήθεια, πρέπει ένας συνταξιούχος να ξέρει από υπολογιστές και κινητά; Ποιος νόμος, ποιο Σύνταγμα, ποια στοιχειώδης λογική ορίζει ότι η ιδιότητα του πολίτη προϋποθέτει πλέον πιστοποιητικό ψηφιακών δεξιοτήτων; Ο άνθρωπος που έζησε ογδόντα χρόνια χωρίς κωδικούς Taxisnet δεν είναι ελαττωματικός. Ελαττωματικό είναι το σύστημα που τον αντιμετωπίζει ως τέτοιον.
Δεν είναι μόνο οι ταυτότητες
Οι ταυτότητες είναι απλώς η αφορμή — η σταγόνα. Το ποτήρι ξεχειλίζει από παντού.
Πληρωμές προς το Δημόσιο; Ηλεκτρονικό παράβολο. Ακόμη και για να βγάλεις τη νέα ταυτότητα, απαιτείται e-παράβολο και ραντεβού μέσω ψηφιακής πλατφόρμας στο gov.gr. Δηλαδή, για να αποδείξεις στο κράτος ποιος είσαι, πρέπει πρώτα να του αποδείξεις ότι ξέρεις να εκδίδεις ηλεκτρονικά παράβολα. ΔΕΚΟ; Οι λογαριασμοί μετακομίζουν στο e-bill, τα φυσικά σημεία εξυπηρέτησης συρρικνώνονται, τα τηλεφωνικά κέντρα σε παραπέμπουν στο «σάιτ». Τράπεζες; Το θράσος εδώ αγγίζει την τελειότητα: ο ίδιος τομέας που καθιστά πρακτικά απρόσιτο το e-banking στους ηλικιωμένους πελάτες του, ταυτοχρόνως κλείνει καταστήματα, καταργεί ταμεία, περιορίζει τα ωράρια των γκισέ και χρεώνει προμήθεια όποιον τολμήσει να συναλλαγεί με άνθρωπο αντί για μηχάνημα. Σε σπρώχνουν στο ψηφιακό και σου κλείνουν το φυσικό — κι ό,τι απομένει, σ’ το χρεώνουν ως πολυτέλεια.
Και το γήπεδο; Α, το γήπεδο. Ο άνθρωπος που πήγαινε πενήντα χρόνια στο πέταλο με ένα χάρτινο εισιτήριο από το εκδοτήριο, σήμερα χρειάζεται εφαρμογή, ψηφιακή ταυτοποίηση και ηλεκτρονικό εισιτήριο στο κινητό. Αν δεν έχει smartphone, αν δεν έχει εγγόνι πρόθυμο και διαθέσιμο να του «κλείσει θέση» — και πώς ακριβώς να του το ζητήσει, με ποια διαδικασία, με ποιους κωδικούς; — απλούστατα δεν πηγαίνει στο γήπεδο. Η ομάδα που αγάπησε μια ζωή τον αποχαιρετά με ένα QR code που δεν θα σκανάρει ποτέ. Αυτό δεν είναι εκσυγχρονισμός. Αυτό είναι έξωση.
Οι αριθμοί της περιφρόνησης δείχνουν ΚΑΙ την υποκρισία
Μη νομίσει κανείς ότι μιλάμε για γραφικές εξαιρέσεις. Η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά στην κορυφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο ποσοστό πολιτών που δεν έχουν χρησιμοποιήσει ΠΟΤΕ το διαδίκτυο — περίπου ένας στους δέκα, δηλαδή πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι. Στην ηλικιακή ομάδα 65-74 ετών, η χώρα μας καταγράφει από τις χαμηλότερες επιδόσεις της ΕΕ στη χρήση του διαδικτύου, ενώ πανευρωπαϊκά μόλις ένας στους τρεις αυτής της ηλικίας διαθέτει έστω βασικές ψηφιακές δεξιότητες. Υπάρχει δε ελληνική περιφέρεια που κρατά το ευρωπαϊκό ρεκόρ ψηφιακής απομόνωσης. Σε αυτόν τον πληθυσμό — τον δικό μας πληθυσμό, τους γονείς και τους παππούδες μας — το κράτος απευθύνεται αποκλειστικά μέσω πλατφορμών.
Και εδώ αξίζει μια πικρή διεθνής παρένθεση: ακόμη και στη Δανία, τον παράδεισο της ψηφιοποίησης, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι το ψηφιοποιημένο κράτος πρόνοιας δεν μειώνει τις ανισότητες — τις βαθαίνει, παράγοντας νέες μορφές αποκλεισμού. Ο δε Ειδικός Εισηγητής του ΟΗΕ, Φίλιπ Άλστον προειδοποιούσε ήδη από το 2019 ότι τα κράτη βαδίζουν «σαν ζόμπι» προς μια ψηφιακή δυστοπία, όπου το «ψηφιακά εξ ορισμού» καταλήγει στην πράξη «ψηφιακά ή τίποτα». Αν σκοντάφτουν οι Σκανδιναβοί, φανταστείτε τι παθαίνει ο 87χρονος στην ουρά ενός ελληνικού αστυνομικού τμήματος, εν μέσω καύσωνα.
Κάποτε το κράτος πήγαινε στον πολίτη
Το πιο εξοργιστικό; Κάποτε αυτό το ίδιο κράτος ήξερε να συμπεριφέρεται. Για το γνήσιο της υπογραφής, η αστυνομία εξυπηρετούσε κατ’ οίκον τους ανήμπορους. Σήμερα, στην εποχή της υπερτεχνολογίας, των drones και της «ψηφιακής διακυβέρνησης», δεν υπάρχει μία — μία! — ειδική υπηρεσία που να μεταβεί στο σπίτι ενός κατάκοιτου ή σχεδόν τυφλού ανθρώπου για τη λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων και φωτογραφίας. Το κράτος που μπορεί να σου στείλει ειδοποίηση στο κινητό μέσα σε δευτερόλεπτα, αδυνατεί να στείλει έναν υπάλληλο σε ένα σπίτι. Δεν αδυνατεί, βεβαίως. Δεν καταδέχεται.
Και όμως, το Σύνταγμα — αυτό το κείμενο που οι ψηφιακοί ελιτιστές μάλλον δεν έχουν κατεβάσει ακόμη σε PDF — ορίζει στο άρθρο 5Α ότι καθένας έχει δικαίωμα συμμετοχής στην Κοινωνία της Πληροφορίας και ότι η διευκόλυνση της πρόσβασης αποτελεί υποχρέωση του Κράτους. Δικαίωμα, όχι υποχρέωση. Διευκόλυνση, όχι καταναγκασμός. Το κράτος πήρε μια συνταγματική υπόσχεση προόδου και την μετέτρεψε σε εργαλείο αποκλεισμού.
Το ζητούμενο
Κανείς δεν ζητά να γυρίσουμε στο χαρτί και στο καλαμάρι. Η ψηφιοποίηση, για όσους μπορούν και θέλουν, είναι ευλογία — το γνωρίζω καλύτερα από τον καθένα. Το ζητούμενο είναι στοιχειώδες και δεν σηκώνει διαπραγμάτευση: κάθε ψηφιακή υπηρεσία να διατηρεί ισότιμη φυσική εναλλακτική. Γκισέ με άνθρωπο. Πληρωμή με μετρητά. Εισιτήριο από εκδοτήριο. Κατ’ οίκον εξυπηρέτηση για τους ανήμπορους. Και υπαλλήλους που θα θυμούνται ότι ο ηλικιωμένος απέναντί τους πλήρωνε τον μισθό τους πριν ακόμη αυτοί γεννηθούν.
Διότι ένα κράτος που ρωτάει τον γέροντα «τι την θέλεις την ταυτότητα, θα ταξιδέψεις;» δεν είναι ψηφιακό. Είναι απάνθρωπο — με γρήγορο ίντερνετ.
Υ.Γ.: Αν κάποιος από τα υπουργεία ψηφιακής διακυβέρνησης, προστασίας του πολίτη και εσωτερικών θελήσει περαιτέρω διευκρινίσεις για το περιστατικό που απετέλεσε την αφορμή για να γράψω το εν λόγω άρθρο, ας στείλει ένα μήνυμα στο NewsFire.GR. Υποθέτω όμως ότι δεν θα εισακουστώ, καθώς στα αυτιά όλων αυτών η φωνή μου είναι κυριολεκτικά ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ ΕΝ ΤΗ ΕΡΗΜΩ!
English