Η αλήθεια πίσω από τα στοιχεία της Eurostat για την ελληνική οικονομία

Η πρόσφατη κατάταξη της Eurostat για την αγοραστική δύναμη των πολιτών αποκαλύπτει μια σκληρή αλήθεια: η Ελλάδα βρίσκεται στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Αυτό σημαίνει ότι η χώρα δεν αγωνίζεται πλέον για να πλησιάσει τις πιο ισχυρές οικονομίες της ηπείρου, αλλά προσπαθεί να αποφύγει τον ρόλο του μόνιμου ουραγού, μοιράζοντας την τελευταία θέση με τη Βουλγαρία.

Προσθέστε το NewsFire.GR στις προτιμώμενες πηγές σας στη Google Δείτε ειδήσεις από συντηρητική σκοπιά στα αποτελέσματα αναζήτησης!
Προσθήκη στη Google

Για να κατανοήσουμε τη σημερινή κατάσταση, πρέπει να αποδομήσουμε τη ψευδαίσθηση του παρελθόντος, όταν στα μέσα της δεκαετίας του 2000 η Ελλάδα φάνταζε με αγοραστική δύναμη στο 95%. Εκ των υστέρων, είναι σαφές ότι αυτή η ευημερία δεν στηριζόταν σε παραγωγική βάση, αλλά σε ένα εκτεταμένο σύστημα δημόσιου και ιδιωτικού χρέους. Η κατανάλωση χρηματοδοτούνταν με δανεικά, μέχρι που η κρίση αποκάλυψε την αλήθεια: η αγοραστική μας δύναμη ήταν απλώς μια αντανάκλαση της υπερχρέωσης.

Ενώ η Ελλάδα βυθιζόταν σε εσωτερική υποτίμηση, η Πορτογαλία, που εισήλθε στην κρίση μερικούς μήνες αργότερα, ακολούθησε έναν διαφορετικό δρόμο. Μετά το δικό της μνημόνιο, η Λισαβόνα αναμόρφωσε το αναπτυξιακό της μοντέλο, εστιάζοντας στην εξωστρέφεια και τις υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας. Σήμερα, έχει ανακάμψει στο 83% της αγοραστικής δύναμης, με σαφείς ανοδικές τάσεις. Αντίθετα, η Ελλάδα παραμένει εγκλωβισμένη σε μια οικονομία χαμηλής παραγωγικότητας, εξαρτώμενη από την εσωτερική κατανάλωση και τον τουρισμό.

Η δομή της αγοράς μας, οι υψηλοί φόροι και τα ολιγοπώλια στην ενέργεια, σε συνδυασμό με την παράλυση της οικοδομικής δραστηριότητας, δημιουργούν ένα εκρηκτικό κοκτέιλ ακρίβειας. Ωστόσο, η τελική τιμή στην αγορά δεν είναι απλώς το άθροισμα των παραγωγικών και διανομικών δαπανών· είναι αποτέλεσμα της σχέσης ανάμεσα στο κόστος και την προθυμία των καταναλωτών να πληρώσουν.

Εδώ ακριβώς, η ελληνική περίπτωση αποκτά ενδιαφέρον. Η καταναλωτική συμπεριφορά φαίνεται να αψηφά την οικονομική λογική, καθώς παραμένει ιδιαίτερα ανελαστική. Σε πολλές κατηγορίες προϊόντων υπάρχουν φθηνότερες εναλλακτικές, όπως τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, που στη Βόρεια Ευρώπη πιέζουν τις τιμές. Στην Ελλάδα, η προσήλωση στα επώνυμα brands επιτρέπει σε λίγες επιχειρήσεις να διατηρούν υψηλές τιμές, καθώς η ζήτηση παραμένει ισχυρή. Το ίδιο συμβαίνει και στον τομέα της στέγασης, όπου οι φοιτητές αρνούνται τη συγκατοίκηση, επιμένοντας σε αυτόνομες γκαρσονιέρες, ακόμη και σε μια αγορά με μηδενική προσφορά.

Ο καταναλωτής που αποδέχεται να πληρώσει 400 ευρώ για 30 τετραγωνικά, αρνούμενος να μοιραστεί το κόστος, ουσιαστικά “ψηφίζει” υπέρ της ακρίβειας. Αυτός ο ανορθολογισμός παρατηρείται και στις αστικές μετακινήσεις, όπου, παρά την τιμή της βενζίνης που πλησιάζει τα 2 ευρώ, το carpooling παραμένει άγνωστο στους περισσότερους οδηγούς, οι οποίοι προτιμούν να επωμιστούν το κόστος μόνοι τους.

Η ανελαστικότητα αυτή κορυφώνεται στον τομέα της εστίασης: ταβέρνες και καφέ παραμένουν γεμάτα, με κρατήσεις που ξεκινούν από την Πέμπτη για την Κυριακή. Εδώ λειτουργεί το “φαινόμενο του κραγιόν”, όπου, καθώς οι μεγάλοι οικονομικοί στόχοι φαίνονται απλησίαστοι, οι καταναλωτές διοχετεύουν το διαθέσιμο εισόδημά τους στην άμεση απόλαυση της εξόδου.

Αν και οι φόροι και τα ολιγοπώλια είναι οι βασικοί παράγοντες της ακρίβειας, η ζήτηση διαδραματίζει τον κυρίαρχο ρόλο στη διαμόρφωση των τιμών. Οι επιχειρήσεις θα επιδιώκουν πάντα την υψηλότερη τιμή που μπορεί να πληρωθεί, και το σημείο στο οποίο θα σταματήσουν καθορίζεται από την αντίδραση της αγοράς. Η χαμηλή θέση της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή κατάταξη είναι το αποτέλεσμα μιας σύνθετης πραγματικότητας, αλλά στο τέλος ισχύει ένας απλός κανόνας: η τιμή που επικρατεί είναι αυτή που οι καταναλωτές αποδέχονται να πληρώσουν. Όσο η αντίδραση της ζήτησης παραμένει περιορισμένη και οι καταναλωτές αρνούνται να χρησιμοποιήσουν τη δύναμη της αποχής, τόσο μεγαλύτερος θα είναι ο χώρος για υψηλές τιμές και τόσο πιο βαθιά θα παραμένουμε στον πάτο της Ευρώπης.

Η αγοραστική δύναμη και η κατανάλωση θα έπρεπε να είναι σύμμαχοι του καταναλωτή στην “μάχη των τιμών”. Στην Ελλάδα, ωστόσο, τους έχουμε μετατρέψει σε θανάσιμους εχθρούς, που μας πλήττουν οικονομικά σε κάθε ευκαιρία.

Πέτρος Λάζος

petros.lazos@capital.gr

Προσθέστε το NewsFire.GR στις προτιμώμενες πηγές σας στη Google Δείτε ειδήσεις από συντηρητική σκοπιά στα αποτελέσματα αναζήτησης!
Προσθήκη στη Google
Newsroom
Newsroomhttps://newsfire.gr
Το NewsFire.GR είναι μία ιστοσελίδα που δημιουργήθηκε με την ελπίδα ότι τα ΜΜΕ θα ξαναβρούν την πραγματική τους ταυτότητα που δεν είναι άλλη από την ενημέρωση του κοινού για τα πραγματικά διακυβεύματα των καιρών μας. Η δημοσιογραφία και η πολιτική ανάλυση οφείλουν να ελέγχουν και όχι να υπηρετούν την εξουσία.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.