
Είναι αδιαμφισβήτητο ότι το ενεργειακό και εφοδιαστικό σοκ πλήττει τον πλανήτη. Καμία οικονομία δεν μένει ανεπηρέαστη όταν οι τιμές ενέργειας διπλασιάζονται. Ωστόσο, οι λόγοι που ένα βίαιο, εισαγόμενο πρόβλημα διογκώνεται μόλις εισέλθει στην ελληνική αγορά κρύβονται στην ίδια την αρχιτεκτονική της. Η ελληνική αγορά είναι εξαιρετικά ρηχή και παραδοσιακά δομημένη σε ισχυρά ολιγοπώλια. Σε κρίσιμους τομείς – από τα τρόφιμα και τα καύσιμα μέχρι τις τηλεπικοινωνίες – λίγες επιχειρήσεις ελέγχουν τη συντριπτική πλειονότητα της προσφοράς. Έτσι, όταν ο διεθνής πληθωρισμός χτυπά την πόρτα, το εγχώριο ολιγοπώλιο δεν το βλέπει απλώς ως αναπόφευκτο κόστος, αλλά ως μια χρυσή ευκαιρία για αύξηση των περιθωρίων κέρδους. Το περίφημο “αόρατο χέρι” της αγοράς στην Ελλάδα φαίνεται να επηρεάζεται από βαριά αρθρίτιδα, καθώς η σιωπηλή παρακολούθηση του ανταγωνιστή αρκεί: αν ο ένας ανεβάσει τις τιμές με πρόσχημα τα 110 δολάρια του πετρελαίου και το μεταφορικό κόστος, ακολουθεί και ο άλλος, αντί να συμπιέσει το κέρδος του για να κερδίσει μερίδιο, και η έννοια του ανταγωνισμού χάνεται. Αν προσθέσουμε και τους υψηλούς έμμεσους φόρους, οι οποίοι λειτουργούν ως αυτόματος πολλαπλασιαστής σε κάθε “παγκόσμια” αύξηση, τότε έχουμε την τέλεια καταιγίδα στα ταμεία των σούπερ μάρκετ.
Ωστόσο, είναι κρίσιμο να εξετάσουμε όλες τις παραμέτρους της εξίσωσης. Εδώ μπαίνει στο παιχνίδι ο “ελέφαντας στο δωμάτιο” που ελάχιστοι τολμούν να αναφέρουν δημοσίως: η καταναλωτική συμπεριφορά του Έλληνα. Παρά τα μέτρα που έχει λάβει η Πολιτεία για τον περιορισμό των αυξήσεων (ίσως λιγότερα από όσα θα έπρεπε), η επίδρασή τους είναι σαφώς μικρότερη από την αναμενόμενη. Ο λόγος; Η αγορά είναι πάντα ένας χορός για δύο και η ασύμμετρη ακρίβεια δεν θα μπορούσε να κεφαλαιοποιηθεί τόσο έντονα από τις επιχειρήσεις, αν η ζήτηση δεν παρέμενε σε υψηλά επίπεδα ανεξαρτήτως τιμών. Σε ώριμες καταναλωτικές αγορές της Ευρώπης, μια υπερβολική αύξηση σε ένα βασικό επώνυμο προϊόν οδηγεί σε άμεσο “μποϊκοτάζ”, με τους πολίτες να στραφούν σε προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, αναγκάζοντας τις εταιρείες να υποχωρήσουν στις τιμές. Στην Ελλάδα, αντίθετα, η αντίδραση στην ανατίμηση περιορίζεται σε έναν αναστεναγμό αγανάκτησης μπροστά στο ράφι, ακολουθούμενη από την ευλαβική τοποθέτηση του πανάκριβου προϊόντος στο καλάθι.
Αυτή η εμμονή στη “μάρκα”, η λεγόμενη brand loyalty, είναι ίσως η μεγαλύτερη στρέβλωση στην ελληνική αγορά. Ο Έλληνας καταναλωτής έχει εκπαιδευτεί να ταυτίζει το επώνυμο προϊόν με το κοινωνικό του status και την ποιότητα ζωής. Μπορεί να αγωνίζεται με το υψηλό κόστος στέγασης και να καθυστερεί τους λογαριασμούς, αλλά το αγαπημένο του επώνυμο απορρυπαντικό ή ο καφές με τη γνωστή ετικέτα θα τα υπερασπιστεί σθεναρά, σαν να πρόκειται για τα τελευταία οχυρά μιας κανονικότητας που δεν θέλει να χάσει. Οι πολυεθνικές και τα σούπερ μάρκετ γνωρίζουν καλά αυτό το φαινόμενο. Αν και δεν το παραδέχονται, οι πίνακες πωλήσεων αποδεικνύουν ότι αν π.χ. υπάρξει μια αύξηση 20% σε περίοδο κρίσης, ο όγκος πωλήσεων στη χώρα μας θα πέσει μόλις κατά 5%. Αυτό εξασφαλίζει σαφώς μεγαλύτερα καθαρά κέρδη. Γιατί λοιπόν να μειώσουν τις τιμές, όταν βλέπουν ότι ο καταναλωτής συνεχίζει να αγοράζει; Για να χάσουν χρήματα σκόπιμα;
Η μακροοικονομική σταθερότητα που αποκτήθηκε με κόπο τα τελευταία χρόνια κινδυνεύει να ακυρωθεί κοινωνικά από την ασφυξία του κόστους ζωής. Η ακρίβεια στην Ελλάδα προέρχεται σαφώς από διεθνείς γεωπολιτικές κρίσεις και ενεργειακά σοκ, αλλά συντηρείται και γιγαντώνεται από μια αγορά χωρίς ουσιαστικό ελεγκτικό ανταγωνισμό και από έναν καταναλωτή που, παρά τις διαμαρτυρίες του, συνεχίζει να πληρώνει. Όσο αυτό το μείγμα δεν αλλάξει ριζικά, η ανάπτυξη θα φαίνεται εντυπωσιακή στις αγορές, αλλά θα παραμένει εξαιρετικά ακριβή στα ράφια των σούπερ μάρκετ.
Πέτρος Λάζος
petros.lazos@capital.gr
English