Στις 19 Νοεμβρίου η Αργεντινή εξέπληξε τον κόσμο εκλέγοντας τον πρώτο ελευθεριακό πρόεδρό της, τον Χαβιέ Μιλέι. Τι σημαίνει όμως «ελευθεριακός» (il Libertario) στην Αργεντινή, στις ΗΠΑ και στην υπόλοιπη Ευρώπη και τι σημαίνουν τελικά κατά τόπους συγκεχυμένοι όροι, όπως «φιλελεύθερος» ή «λαϊκιστής»;
Ο όρος «ελευθεριακός» (αγγλιστί libertarian) είναι ενδεχομένως ο μόνος που έχει διασφαλίσει μία συναίνεση διεθνώς ως προς την έννοιά του. Τόσο στη Λατινική Αμερική, όσο και στις ΗΠΑ ή την Ευρώπη, ο ελευθεριακός είναι αυτός που πιστεύει ότι η εξουσία της κυβέρνησης πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο περιορισμένη και κατ’ επέκτασιν η ατομική ιδιοκτησία και το ελεύθερο εμπόριο είναι πρωταρχικής σημασίας. Οι ελευθεριακοί και οι συγγενείς τους – αν όχι ταυτόσημοι – αναρχοκαπιταλιστές θεωρούν εαυτούς – και ενδεχομένως να έχουν δίκιο – τους πιο γνήσιους φορείς του κλασσικού φιλελευθερισμού. Στην Ευρώπη, ο πιο γνήσιος εκφραστής του «λιμπερταριανισμού» είναι το «Ελευθεριακό Κόμμα της Αυστρίας» (FPO), το οποίο από τα συστημικά μέσα χαρακτηρίζεται ως ακροδεξιό και λαϊκιστικό. Αντίστοιχα χαρακτηριστικά μπορεί να συναντήσει κανείς και στο γερμανικό κόμμα της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία», κυρίως στην πτέρυγα αυτή του κόμματος, που υποστηρίζει την συμπρόεδρο, Άλις Βάιντελ. Το ίδιο και στον «ισλαμοφοβικό» Χερτ Βίλντερς, ο οποίος θριάμβευσε στην Ολλανδία.
Ο «ελευθεριακός» Χαβιέ Μιλέι, διαφοροποιείται ωστόσο στα θέματα εξωτερικής πολιτικής και διεθνών εμπορικών σχέσεων της Αργεντινής, ομοιάζοντας αρκετά στον τομέα αυτό με τον Ντόναλντ Τραμπ. Ενώ πολλοί Αμερικανοί ελευθεριακοί πιστεύουν ότι δεν είναι δουλειά της κυβέρνησης να πει αν είναι ηθικό ή όχι να συναλλάσσεται κανείς με κυβερνήσεις που εμπλέκονται σε εγκλήματα κατά των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο Χαβιέ Μιλέι έχει πει πολύ ανοιχτά ότι δεν θα επιδιώξει εμπορικές σχέσεις με την Κίνα ή με οποιαδήποτε κομμουνιστική, σοσιαλιστική ή αλλιώς αυταρχική χώρα. Επειδή, λέει, «πρέπει να παραμείνουμε στην πολιτισμένη πλευρά της ζωής». Διαβεβαίωσε ωστόσο, ότι δεν πρόκειται να συλλάβει κανέναν για συναλλαγές με την Κίνα ή τη Ρωσία ή οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση, αλλά ότι πρόκειται να αποτρέψει ενεργά τόσο το ευρύ κοινό από τη διάπραξη εμπορικών συναλλαγών με αυτές τις χώρες όσο και ότι δεν επιδιώκει αυξημένες εμπορικές σχέσεις μαζί τους ως κυβέρνηση.
Τα δύσκολα αρχίζουν όταν καλείται κανείς να ερμηνεύσει τη λέξη φιλελεύθερος. Ένας φιλελεύθερος στις Ηνωμένες Πολιτείες, συνήθως οπαδός του Δημοκρατικού Κόμματος, είναι κάποιος που βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του φάσματος. Κάποιος που πιστεύει στη μεγάλη κυβέρνηση και τον κοινωνικό φιλελευθερισμό. Ανάλογα εξελίσσεται η ερμηνεία του όρου αυτού στην Ευρώπη και ίσως περισσότερο στην Ελλάδα. Η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη, αυτοδιαφημίζεται ως φιλελεύθερη, όμως, ο εμμονικός παρεμβατισμός της, τόσο στη λειτουργία της κοινωνίας, όσο και σε αυτήν της αγοράς και των Μέσων Μαζικής Ενημερώσεως, καθιστά αυτόν της τον χαρακτηρισμό, στυγνό ευφημισμό, καθώς επί των ημερών της η έννοια της ελευθερίας κακοποιήθηκε και κακοποιείται σε καθημερινή βάση.
Στην Αργεντινή ένας «φιλελεύθερος» είναι ένας κλασικός φιλελεύθερος. Είναι κάποιος που πιστεύει στη μικρότερη κυβέρνηση, που μπορεί να είναι συντηρητικός και σίγουρα δεν είναι σε καμία περίπτωση σοσιαλιστής ή υπέρ μίας μεγάλης κυβέρνησης, όσον αφορά την πεποίθησή του για το πόσα χρήματα και επενδύσεις πρέπει να πηγαίνουν σε αυτή την κυβέρνηση. Έτσι, ο Χαβιέρ Μιλέι περιγράφει ανοιχτά τον εαυτό του ως φιλελεύθερο και λέει ότι η Αργεντινή δεν θα έχει μέλλον, αν δεν είναι φιλελεύθερη. Δεν μιλάει για το είδος του φιλελεύθερου που θα συναντούσε κανείς στο Σαν Φρανσίσκο ή και στην Αθήνα. Μιλάει για δεξιό φιλελεύθερο συντηρητισμό με μικρή κυβέρνηση.
Ανεξαρτήτως ωστόσο, του πώς αυτοπροσδιορίζεται κάποιος, όταν λειτουργεί ως αγκάθι για την κυρίαρχη τάξη των ελίτ του Νταβός, τελικά καταλήγει να βαφτίζεται ως… «λαϊκιστής». Παρά ταύτα, ακόμη και στις τάξεις όσων χρησιμοποιούν τον όρο για να περιγράψουν τους αντιπάλους τους, ο «λαϊκισμός» έχει κατά τόπους διαφορετική σημασία.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και στις υπόλοιπες αγγλοσαξονικές και τις περισσότερες δυτικοευρωπαϊκές χώρες ένας λαϊκιστής είναι κάποιος που αντιτίθεται στον ελιτισμό, ο οποίος πιστεύει ότι ο μέσος άνθρωπος έχει μερίδιο στη λειτουργία της κυβέρνησής του και θα πρέπει να εξυπηρετείται από την κυβέρνησή του και όχι το αντίθετο.
Στη Λατινική Αμερική η λέξη «λαϊκισμός» συνδέεται με αριστερούς τυράννους όπως ο Ούγκο Τσάβες και ακόμη και με τον Χουάν Περόν, ο οποίος δεν ήταν κατ’ ανάγκη δεξιός ή αριστερός, αλλά πίστευε πραγματικά μόνο στην παραμονή του στην εξουσία για το προσωπικό του όφελος. Ο Χαβιέρ Μιλέι δηλώνει ανοιχτά «δεν είμαι λαϊκιστής» και είχε χαρακτηρίσει την αντιπολίτευσή του, τη σοσιαλιστική περονική αντιπολίτευση, λαϊκιστική. Μιλάει για την ύπαρξη μιας κουλτούρας προσωπλατρείας χωρίς πραγματική ιδεολογία και όχι φυσικά για τον λαϊκισμό που αντιτίθεται στον ελιτισμό.
Στην Ελλάδα, ο όρος «λαϊκιστής», εδώ και δεκαετίες έχει ταυτιστεί με την έννοια του «λαοπλάνου» και του «δημαγωγού». Να θυμίσουμε ότι δεν απουσιάζει ποτέ από το λεξιλόγιο του Κυριάκου Μητσοτάκη, όταν αναφέρεται στους πολιτικούς του αντιπάλους, είτε αυτοί ανήκουν στην Αριστερά είτε στη Δεξιά. Με ποιον όρο θα μπορούσαμε ωστόσο να περιγράψουμε στα ελληνικά τον «λαϊκιστή» που εργάζεται για τον λαό ενάντια στις εγχώριες και διεθνείς ελίτ; Δύσκολα θα μπορούσε να βρεθεί μία καλύτερη λέξη. Διαφορετικά, θα πρέπει να αρκεστούμε στο… «αντιελιτιστής».
English