Ο οικονομικός όλεθρος για τα νεόπτωχα ελληνικά νοικοκυριά, που έχει επιφέρει η πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη, αποτυπώνεται ξεκάθαρα στη νέα μελέτη του ΙΟΒΕ.
Το πραγματικό χάσμα μεταξύ των πιο ευάλωτων και των πιο εύπορων νοικοκυριών στην Ελλάδα είναι πολύ πιο βαθύ από αυτό που δείχνουν οι αριθμοί του εισοδήματος. Σύμφωνα με νέα μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών, η πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες όπως υγεία, παιδεία και στέγαση παίζει καθοριστικό ρόλο και διευρύνει δραματικά τις ανισότητες.
Τα νοικοκυριά με χαμηλά εισοδήματα αντιμετωπίζουν συστηματικά εμπόδια σε αυτούς τους τομείς, με αποτέλεσμα να περιορίζονται οι ευκαιρίες τους για κοινωνική κινητικότητα. Οι πιο πληγέντες είναι οι μονογονεϊκές οικογένειες, εκείνες με πολλά παιδιά και οι νέοι, ενώ πολλοί πολίτες συνεχίζουν να δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να καλύψουν ακόμα και τις βασικές τους ανάγκες.
Τα ευρήματα αυτά παρουσιάστηκαν σε ειδική εκδήλωση από τον Αντώνη Μαυρόπουλο, Ανώτερο Ερευνητή του ΙΟΒΕ. Στην ίδια εκδήλωση μίλησε και ο Jonathan Cribb, Deputy Director του Institute for Fiscal Studies του Λονδίνου, για τις τάσεις ανισοτήτων στην Ευρώπη.
Οι έξι διαστάσεις που καθορίζουν την πραγματική ευημερία
Η μελέτη εξετάζει την περίοδο 2015-2025 μέσα από έξι αλληλένδετες πτυχές: εισόδημα, αγορά εργασίας, εκπαίδευση, υγεία, μακροχρόνια φροντίδα και στέγαση. Παρότι η χώρα έχει κάνει βήματα προόδου σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης, οι δομικές αδυναμίες παραμένουν και εξηγούν γιατί η καθημερινή αίσθηση ανισότητας δεν υποχωρεί.
Εισοδηματική ανισότητα
Οι δείκτες δείχνουν βελτίωση. Ο δείκτης Gini μειώθηκε από 34,2% το 2015 σε 31,6% το 2025, ενώ η ανεργία έπεσε από 24,9% σε 8,8%. Ωστόσο, σχεδόν επτά στα δέκα νοικοκυριά δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα, ποσοστό πολύ υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το εισόδημα από αυτοαπασχόληση παρουσιάζει τις μεγαλύτερες αποκλίσεις, ενώ νέοι, μονογονεϊκές οικογένειες και πολύτεκνες παραμένουν ιδιαίτερα ευάλωτοι.
Αγορά εργασίας
Η μείωση της ανεργίας ήταν θετική εξέλιξη, όμως η υψηλή αυτοαπασχόληση (24,3% του συνόλου, το υψηλότερο στην ΕΕ), η χαμηλή συμμετοχή γυναικών και ΑμεΑ, η μακροχρόνια ανεργία και η περιορισμένη κάλυψη από συλλογικές συμβάσεις συντηρούν τις ανισότητες.
Εκπαίδευση
Η εκπαίδευση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μηχανισμός κοινωνικής ανόδου, αλλά στην πράξη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το οικονομικό και μορφωτικό επίπεδο της οικογένειας. Το ποσοστό ενηλίκων με ανώτατη εκπαίδευση αυξήθηκε, όμως η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τη χαμηλότερη διαγενεακή κινητικότητα στην Ευρώπη. Μόλις το 12% των παιδιών από χαμηλά στρώματα φτάνει στα υψηλότερα επίπεδα, ενώ η παραπαιδεία παραμένει κυρίαρχη.
Υγεία
Οι ιδιωτικές δαπάνες υγείας στην Ελλάδα είναι από τις υψηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 32% των ατόμων στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο αναφέρει ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας, έναντι 10% στο υψηλότερο. Τα χρόνια νοσήματα είναι επίσης περισσότερα στα φτωχότερα στρώματα, με άμεσες επιπτώσεις στο προσδόκιμο υγιούς ζωής.
Μακροχρόνια φροντίδα
Πρόκειται για έναν από τους πιο αδύναμους τομείς. Οι δημόσιες δαπάνες φτάνουν μόλις το 0,16% του ΑΕΠ, πολύ κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 1,71%. Η χώρα βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην οικογένεια, με μεγάλο φορτίο κυρίως στις γυναίκες, ενώ ο πληθυσμός γηράσκει γρήγορα.
Στέγαση
Η άνοδος των ενοικίων και του συνολικού στεγαστικού κόστους μετά το 2018 έχει πλήξει κυρίως τα χαμηλά εισοδήματα και τους νέους. Η ιδιοκατοίκηση υποχωρεί στα νεότερα νοικοκυριά, ενώ η στεγαστική επισφάλεια επηρεάζει αρνητικά εκπαιδευτικές και επαγγελματικές προοπτικές.
Όπως αναφέρει σε δημοσίευμά του το Newsbomb, η μελέτη υπογραμμίζει την ανάγκη πολιτικών που δεν θα εστιάζουν μόνο στα εισοδήματα αλλά και στην ισότητα πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες, ώστε να μειωθεί πραγματικά το χάσμα που βιώνουν καθημερινά τα νοικοκυριά.
English