Η Γερμανία και η Ιταλία, χώρες που έχουν περιορίσει την αμυντική τους βιομηχανία, βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των προσπαθειών διεύρυνσης της ευρωπαϊκής αμυντικής συνεργασίας. Στο ίδιο πλαίσιο κινείται και το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο, αν και εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπέγραψε πρόσφατα συμφωνία για συμμετοχή σε ποσοστό 35% των αμυντικών προγραμμάτων της ΕΕ. Αντίστοιχες βλέψεις έχει εκφράσει και η Τουρκία.
Εύθραυστη ισορροπία συμφερόντων και αξιών
Η περίπτωση της Τουρκίας προκαλεί έντονες αντιδράσεις, κυρίως λόγω της αντιφατικής της στάσης έναντι της ΕΕ. Παρά τις ευνοϊκές συμφωνίες όπως η τελωνειακή σύνδεση και οι χρηματοδοτήσεις για το μεταναστευτικό, η Άγκυρα συνεχίζει να μην αναγνωρίζει κράτη-μέλη, όπως η Κύπρος, ενώ διατηρεί το casus belli κατά της Ελλάδας. Υπό αυτές τις συνθήκες, η πιθανότητα συμμετοχής της σε ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα δημιουργεί εύλογες ανησυχίες.
Το σενάριο όπου τουρκικά οπλικά συστήματα εντάσσονται στο ευρωπαϊκό αμυντικό οικοσύστημα, με πιθανό προορισμό και τον ελληνικό στρατό, γεννά σοβαρά ερωτήματα για την αξιοπιστία και την πολιτική συνοχή της ΕΕ.
Η χαμένη ευκαιρία της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας
Η κατάσταση αποτυπώνει, επίσης, τη διαχρονική αδυναμία των ελληνικών κυβερνήσεων να διεκδικήσουν συμπαραγωγές στους εξοπλισμούς. Εδώ και δεκαετίες, η Ελλάδα προμηθεύεται εξοπλισμό χωρίς επαρκή ανταποδοτικότητα, γεγονός που έχει αποδυναμώσει την εγχώρια βιομηχανία και περιορίσει την αυτονομία της χώρας σε στρατηγικούς τομείς.
Casus belli: Για πρώτη φορά στο επίκεντρο του πολιτικού διαλόγου
Ο Έλληνας πρωθυπουργός έθεσε δημοσίως, για πρώτη φορά μετά από σχεδόν 30 χρόνια, το αίτημα για την άρση του τουρκικού casus belli. Αν και η δήλωση χαρακτηρίστηκε θετική, δημιουργεί ερωτήματα για τη χρονική συγκυρία και την ειλικρίνεια της πρόθεσης. Ο βουλευτής Άγγελος Συρίγος δήλωσε ότι «θα μπορούσαμε να βγούμε και κερδισμένοι», προκαλώντας αντιδράσεις για την εξίσωση της άρσης του casus belli με τη συμμετοχή της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή άμυνα.
Η πολιτική κίνηση του κόμματος ΝΙΚΗ να υιοθετήσει επίσημα τη θέση «κανένας πολιτικός διάλογος με την Τουρκία όσο ισχύει το casus belli» φέρνει στο προσκήνιο τον ψυχολογικό αντίκτυπο που αυτό έχει στην ελληνική πολιτική σκηνή.
Η νομική παράκαμψη και η απουσία ελληνικής παρουσίας
Η Κομισιόν, με την πρόταση COM(2025) 122 final, εισήγαγε τον μηχανισμό SAFE για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας. Η επιλογή του άρθρου 122 ΣΛΕΕ για την υιοθέτηση της πρότασης παρακάμπτει τη συν-νομοθέτηση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τον κανόνα της ομοφωνίας του Συμβουλίου σε ζητήματα άμυνας και εξωτερικής πολιτικής. Το άρθρο αυτό προβλέπεται μόνο για περιπτώσεις φυσικών ή οικονομικών κρίσεων και όχι για στρατιωτικά ζητήματα.
Το θέμα έχει προωθηθεί στην Επιτροπή Νομικών Θεμάτων (JURI) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Ωστόσο, κανένας Έλληνας ή Κύπριος ευρωβουλευτής δεν συμμετέχει στη συγκεκριμένη επιτροπή, γεγονός που εντείνει την ανησυχία για την ελληνική επιρροή στις σχετικές αποφάσεις.
Πολιτικές αντιδράσεις και νέα δεδομένα
Πριν από έναν μήνα, κατά την ψήφιση της πρότασης για την Ευρωπαϊκή Άμυνα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ορισμένοι ευρωβουλευτές επέλεξαν να δηλώσουν «παρών», εκφράζοντας ανησυχίες για το ενδεχόμενο συμμετοχής της Τουρκίας. Παρά τις τότε επικρίσεις από την κυβέρνηση, οι εξελίξεις τους δικαιώνουν.
Επείγουσα ερώτηση στην Κομισιόν από τον Νίκο Αναδιώτη της ΝΙΚΗΣ
Ο ευρωβουλευτής της ΝΙΚΗ, Νίκος Αναδιώτης, κατέθεσε επείγουσα γραπτή ερώτηση προς την Κομισιόν, εστιάζοντας στη νομική αστοχία της πρότασης και στη θεσμική παράκαμψη.
Ερωτήματα προς την Επιτροπή:
- Ποια είναι η νομική βάση για την εφαρμογή του άρθρου 122 ΣΛΕΕ σε στρατιωτικά/αμυντικά ζητήματα;
- Πώς διασφαλίζεται ο ρόλος του Κοινοβουλίου σύμφωνα με τα άρθρα 13, 14 και 36 ΣΕΕ;
- Προτίθεται να επανεξετάσει τη διαδικασία ώστε να τηρηθούν τα δέοντα;
Η απάντηση της Κομισιόν αναμένεται με ενδιαφέρον, καθώς το θέμα εγείρει σοβαρά ζητήματα για το μέλλον της ευρωπαϊκής άμυνας, τη θεσμική διαφάνεια και την αξιοπιστία των ευρωπαϊκών θεσμών.
English