Στο δικαστικό σύστημα αναμένεται να παραπεμφθούν 7 γενικοί γραμματείς Υπουργείων, καθώς ο ειδικός εφέτης-ανακριτής που διερευνά την υπόθεση του εγκλήματος στα Τέμπη ετοιμάζει διώξεις κατά των υπουργικών στελεχών.
Σύμφωνα με αναφορές της εφημερίδας «Ελευθερία», ο Σωτήρης Μπακαΐμης έχει αιτηθεί τα ονόματα όσων υπηρέτησαν ως γενικοί γραμματείς στα υπουργεία Υποδομών και Μεταφορών, εξετάζοντας την πιθανότητα αξιόποινων πράξεων. Σε αυτή την περίπτωση, αναμένονται διώξεις από την Εισαγγελία Εφετών Λάρισας.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι πολιτικοί προϊστάμενοι των γενικών γραμματέων, δηλαδή οι υπουργοί Μεταφορών, είναι υπόλογοι για την πολιτική τους ευθύνη στην Βουλή.
Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι οι διώξεις θα απευθυνθούν σε επτά γενικούς γραμματείς συνολικά, εκ των οποίων τρεις υπηρέτησαν στο Υπουργείο Υποδομών και οι υπόλοιποι τέσσερις στο Υπουργείο Μεταφορών, όλοι τους που συνέβαλαν κατά τη διάρκεια των κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ από την 1η Ιανουαρίου 2016 έως και την 28η Φεβρουαρίου 2023.
Για την περίοδο αυτή, θα έπρεπε να έχει πραγματοποιηθεί η Σύμβαση 717, ωστόσο οι επαναλαμβανόμενες παρατάσεις καθυστέρησαν την πρόοδο του έργου, το οποίο αν είχε ολοκληρωθεί, θα είχε αποτραπεί η συγκρούση των τρένων που κόστισε τη ζωή σε 57 επιβάτες. Εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων η Σύμβαση 717 δεν υλοποιήθηκε, με τον σιδηρόδρομο να εγκαταλείπεται χωρίς συντήρηση στα συστήματα ασφαλείας και χωρίς επισκευές στις εγκαταστάσεις της Τηλεδιοίκησης στη Λάρισα, έπειτα από τη φωτιά που εκδηλώθηκε το 2019 στον ΟΣΕ.
Επιπλέον, ο ΟΣΕ υπήρξε επιγνωσμένος πλήρως, χωρίς καμία χρηματοδότηση και χωρίς νέες προσλήψεις επαγγελματιών.
Κατάθεση-«φωτιά»
Ταυτόχρονα, η εφημερίδα Δημοκρατία επισημαίνει ότι στελέχη του υπουργείου Μεταφορών στην κατάθεσή τους παραδέχονται ότι το σιδηροδρομικό δίκτυο λειτουργούσε με ελλιπή χρηματοδότηση και υποστελέχωση, γεγονός που οδήγησε σε σοβαρές δυσλειτουργίες στη συντήρηση των υποδομών, στα δρομολόγια και την παροχή υπηρεσιών προς τους επιβάτες. Παρά τη γνώση τους για την κατάσταση, ισχυρίζονται ότι η ασφάλεια κατεξοχήν ανήκε στον ΟΣΕ και στη ΡΑΣ.
Η διευθύντρια Σιδηροδρομικών Μεταφορών, με τα αρχικά Δ.Α., δήλωσε μεταξύ άλλων στην απολογία της στον εφέτη ανακριτή:
«Η εικόνα που έχω διαμορφωθεί είναι η εξής:
- Ο ΟΣΕ υφίστατο μόνιμη υποχρηματοδότηση, με συνέπεια την ανεπαρκή συντήρηση των υποδομών, που δεν ήταν προληπτική και αποσκοπούσε αποκλειστικά στη συντήρηση της γραμμής όπου αυτό ήταν δυνατό με βάση τη χρηματοδότηση του ΟΣΕ.
- Η διαχείριση των υποδομών ήταν υποστελεχωμένη. Ο αριθμός των υπαλλήλων μειωνόταν συνεχώς, καθώς από 3.882 υπαλλήλους το 2010, σήμερα ανέρχονται σε 540. Αυτή η έλλειψη προσωπικού πρόβαλε τα προβλήματα στην χωρητικότητα του δικτύου και, επακόλουθα, στη συχνότητα των δρομολογίων, στην ταχύτητα και στην καθυστέρηση της εξυπηρέτησης του κοινού.
- Η έλλειψη προσωπικού καθόρισε την έλλειψη συντονισμού ανάμεσα στις υπηρεσίες του ΟΣΕ.
Η κατηγορούμενη ανέφερε ότι επικοινώνησε με τον τότε διευθύνοντα σύμβουλο του ΟΣΕ, καθώς υπήρχε μόνο ένα άτομο υπεύθυνο για την κατάρτιση δρομολογίων σε όλη την Ελλάδα…
«Έκανα επανειλημμένες, προφορικές οχλήσεις προς τους διευθύνοντες συμβούλους του ΟΣΕ σχετικά με την υποστελέχωση του τμήματος Κυκλοφορίας, όπου υπήρχε μόνο ένα άτομο για τον καθορισμό των δρομολογίων σε όλο το εθνικό σιδηροδρομικό δίκτυο» αναφέρει στην απολογία της.
Ελλιπής εκπαίδευση
Από την πλευρά του, ο κατηγορούμενος αναπληρωτής προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης Μεταφορών, με τα αρχικά Π.Α., είναι ενήμερος για την κατάσταση του σιδηροδρομικού δικτύου.
Εργάζεται στο αρμόδιο υπουργείο από το 1986, ενώ από το 2013 έχει υπηρετήσει ως διευθυντής της Διεύθυνσης Επιβατικών Μεταφορών. Από το 2022 μέχρι το 2024, δηλαδή κατά την επίμαχη περίοδο του τραγικού συμβάντος στα Τέμπη, είχε καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Μεταφορών, υποστηρίζοντας ότι οι αρμοδιότητές του περιορίζονταν σε διοικητικά θέματα σχέση με τον ΟΣΕ και δεν αφορούσαν την ασφάλεια.
«Όταν ανέλαβα καθήκοντα, η πρώτη μου ενέργεια ήταν να ενημερωθώ για τις αρμοδιότητες της Γενικής Διεύθυνσης Μεταφορών και ειδικότερα της Διεύθυνσης Σιδηροδρομικών Μεταφορών, και διαπίστωσα ότι είχε μόνο διοικητική επιτήρηση επί του διαχειριστή υποδομής του ΟΣΕ και της ΡΑΣ, χωρίς αρμοδιότητες για θέματα ασφάλειας. Ο τομέας αυτόν είναι αποκλειστική ευθύνη της ανεξάρτητης Ρυθμιστικής Αρχής Σιδηροδρόμων (ΡΑΣ), η οποία αναγκαστικά υπόκειται σε κοινοβουλευτικό έλεγχο.
Σε άλλο σημείο της απολογίας του, ο αναπληρωτής διευθυντής της Γενικής Διεύθυνσης Μεταφορών αποκάλυψε ότι όλοι γνώριζαν για την ελλιπή εκπαίδευση του προσωπικού, αλλά το πρόβλημα έγινε αντιληπτό μόλις 16 ημέρες μετά την τραγωδία των Τεμπών.
Ο κατηγορούμενος υπέβαλε στον ανακριτή «την υπ. αριθμόν 24/16-03-2023 απόφαση της Ολομέλειας της ΡΑΣ, με την οποία διαπιστώνεται ότι η εκπαίδευση και η εξέταση των σταθμαρχών και του λοιπού προσωπικού δεν πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τις επιταγές της οδηγίας 798/2016 και του Ν. 4632/2019».
Γραφειοκρατία και… βαβέλ στον καταμερισμό αρμοδιοτήτων
Στην περίπλοκη βαβέλ του καταμερισμού αρμοδιοτήτων στον ελληνικό σιδηρόδρομο και στη γραφειοκρατία μεταξύ των υπηρεσιών του υπουργείου Μεταφορών αναφέρθηκε ο κατηγορούμενος αναπληρωτής προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης Μεταφορών, καταλογίζοντας ευθύνες στη Γενική Γραμματεία Υποδομών, στην ΕΡΓΟΣΕ και στον ΟΣΕ.
« hinsichtlich της κατάστασης του ελληνικού σιδηροδρομικού δικτύου, τα συστήματα ασφαλείας ERTMS ήταν αποκλειστική ευθύνη της Γενικής Γραμματείας Υποδομών του υπουργείου. Η Διεύθυνση Σιδηροδρομικών Μεταφορών έχει την υποχρέωση ενημέρωσης τόσο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσο και του ERA για το σχέδιο εφαρμογής του ERTMS στην Ελλάδα, αφού προηγηθεί σχετικό αίτημα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Δεν έχουμε καμία αρμοδιότητα να παρέμβουμε στην ΕΡΓΟΣΕ και τη Γενική Γραμματεία Υποδομών του υπουργείου για την επιτάχυνση της ολοκλήρωσης των έργων» παρατήρησε, αναθέτοντας τις ευθύνες στις συναρμόδιες υπηρεσίες του υπουργείου Μεταφορών και στον ΟΣΕ.
«Σε κάθε περίπτωση, η λειτουργία του σιδηροδρόμου, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή και την εθνική νομοθεσία, ανήκει στα βασικά καθήκοντα του Διαχειριστή Υποδομής ΟΣΕ. Έχει πλήρη αυτοτέλεια στη λήψη αποφάσεων για τη σιδηροδρομική κυκλοφορία στην Ελλάδα, όπως προβλέπεται στον Ν.4632/2019» πρόσθεσε.
Επίσης, παραδέχτηκε ότι κατά τη διάρκεια της θητείας του δεν είχε καμία επαφή με τη Ρυθμιστική Αρχή Σιδηροδρόμων (ΡΑΣ) σχετικά με ζητήματα ασφαλείας της σιδηροδρομικής κυκλοφορίας μέχρι την ημέρα της τραγωδίας.
Συναντήσεις πραγματοποιήθηκαν «κατόπιν εορτής», μετά το σιδηροδρομικό δυστύχημα… «Αυτές οι συναντήσεις υπήρξαν μετά το δυστύχημα στο υπουργείο, υπό την εποπτεία του γενικού γραμματέα Μεταφορών και με τη συμμετοχή του ERA, όπου ζητήθηκε να επεξεργαστεί σχέδιο δράσης για τη βελτίωση της ασφάλειας των σιδηροδρόμων στην Ελλάδα» ανέφερε στην απολογία του.
Όπως υποστήριξε, η μόνη ενημέρωση που είχε ως αναπληρωτής διευθυντής αφορούσε ζητήματα συντήρησης και χρηματοδότησης. «Κατά την αναπληρωσή μου ξεκίνησε η υπογραφή της σύμβασης μεταξύ ΟΣΕ και Ελληνικού Δημοσίου, με ημερομηνία ισχύος από 1/1/2023, αυξάνοντας τη χρηματοδότηση του ΟΣΕ από 45.000.000 ευρώ στα 75.000.000 ευρώ ετησίως για πέντε χρόνια» υπογράμμισε.
Πηγή: Newsbreak.gr
English

