Αν υπάρχει κάτι που δεν συγχωρεί η πραγματικότητα, είναι οι πρόωροι πανηγυρισμοί. Και το σημερινό πρωτοσέλιδο της ΕΣΤΙΑΣ έρχεται να το υπενθυμίσει με τρόπο που δύσκολα παρερμηνεύεται. Η εφημερίδα μιλά για «Απόρρητη σύσκεψη στην Κατεχάκη: 230.000 μετανάστες μάς “επιστρέφει” η Γερμανία» και, πέρα από τον αριθμό που ασφαλώς επιδέχεται συζήτηση, αποτυπώνει κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: την κατεύθυνση των πραγμάτων. Δηλαδή ότι η πίεση για επιστροφές όχι μόνο δεν εξέλιπε, αλλά επανέρχεται οργανωμένα και μεθοδικά.
- Γράφει ο Παναγιώτης Δούμας
Και εδώ αρχίζει η πραγματική αμηχανία για όσους έσπευσαν να μιλήσουν για «επιτυχία» πριν καν στεγνώσει το μελάνι των δηλώσεων.
Διότι όταν ανακοινώθηκε η περιβόητη «συμφωνία Πλεύρη–Ντόμπριντ», αυτό που επισημαίναμε δεν ήταν κάποια εξεζητημένη ερμηνεία, αλλά μια απλή διαπίστωση: δεν υπήρχε καμία έγγραφη συμφωνία, καμία νομική δέσμευση, καμία ρητή υποχρέωση της γερμανικής πλευράς που να αλλάζει το πλαίσιο. Υπήρχε μια πολιτική κατανόηση, περιορισμένης εμβέλειας, η οποία αφορούσε κυρίως τη διαχείριση εκκρεμοτήτων του παρελθόντος και όχι την ουσία του προβλήματος στο μέλλον.
Τότε, ωστόσο, η δημόσια εικόνα ήταν εντελώς διαφορετική. Η κυβέρνηση μιλούσε για «μηδενικές επιστροφές μέχρι το 2026», για «καθαρό μητρώο» και για μια εξέλιξη που περίπου έθετε τέλος σε ένα χρόνιο πρόβλημα. Η εντύπωση που καλλιεργήθηκε ήταν ότι η Ελλάδα εξήλθε από το κάδρο των υποχρεώσεων και ότι η Γερμανία, αν όχι υποχώρησε, τουλάχιστον αποδέχθηκε ένα νέο, ευνοϊκό για την Αθήνα status quo.
Μόνο που αυτό το status quo δεν υπήρξε ποτέ.
Η ΕΣΤΙΑ, με τη δική της χαρακτηριστική ευθύτητα, σημειώνει ότι «ως πρώτη δόση ζητείται η επαναπροώθησις 8.000 “προσφύγων”» και συνδέει ευθέως το ζήτημα με τη δημοσιονομική πίεση που δέχεται το Βερολίνο. Πίσω από τη διατύπωση αυτή κρύβεται μια πολύ απλή πραγματικότητα: η Γερμανία δεν άλλαξε θέση. Συνεχίζει να θεωρεί ότι οι χώρες πρώτης εισόδου οφείλουν να αναλαμβάνουν το βάρος και αναζητεί τρόπους να μεταφέρει μέρος αυτού του βάρους προς τα νότια σύνορα της Ευρώπης.

Αυτό ακριβώς ήταν και το σημείο που από την αρχή είχε υποτιμηθεί. Η λεγόμενη «συμφωνία» δεν αφορούσε το μέλλον, δεν τροποποιούσε το ευρωπαϊκό πλαίσιο και δεν παρείχε καμία διασφάλιση για το τι θα ακολουθήσει. Αντιθέτως, περιοριζόταν σε μια τακτοποίηση εκκρεμοτήτων και σε μια προσωρινή αποσυμπίεση της κατάστασης, η οποία εκ των πραγμάτων δεν μπορούσε να έχει μόνιμο χαρακτήρα.
Εάν υπήρχε πράγματι μια ουσιαστική συμφωνία, όπως παρουσιάστηκε, δεν θα βλέπαμε σήμερα να επανέρχεται το ζήτημα με όρους «δόσεων» επιστροφών, ούτε θα διατυπώνονταν εκ νέου απαιτήσεις, μικρές ή μεγάλες. Θα υπήρχε ένα σαφές και δεσμευτικό πλαίσιο, το οποίο θα απέκλειε τέτοιες εξελίξεις. Το γεγονός ότι αυτό δεν συμβαίνει είναι ίσως η πιο καθαρή απόδειξη για το τι ακριβώς είχε συμφωνηθεί – ή, ορθότερα, για το τι δεν είχε συμφωνηθεί.
Έτσι, το σημερινό δημοσίευμα, ανεξαρτήτως του ακριβούς αριθμού που προβάλλει, έρχεται να φωτίσει την ουσία. Ότι το ζήτημα των επιστροφών δεν έκλεισε ποτέ, ότι η γερμανική στάση παραμένει σταθερή και ότι η περίφημη «συμφωνία» δεν αποτέλεσε παρά μια πολιτική διαχείριση με περιορισμένο χρονικό ορίζοντα.
Με άλλα λόγια, η Ελλάδα δεν εξαιρέθηκε από το πρόβλημα. Απλώς κέρδισε λίγο χρόνο. Και αυτός ο χρόνος παρουσιάστηκε ως λύση.
Η εξέλιξη αυτή δεν συνιστά απλώς μια διάψευση προσδοκιών. Συνιστά επιβεβαίωση μιας βασικής παρατήρησης που είχε διατυπωθεί από την πρώτη στιγμή: ότι χωρίς έγγραφη και δεσμευτική συμφωνία, καμία πολιτική διαβεβαίωση δεν μπορεί να θεωρηθεί οριστική. Η πραγματικότητα του ευρωπαϊκού μεταναστευτικού πλαισίου είναι πολύ πιο ανθεκτική από τις επικοινωνιακές αφηγήσεις που κατά καιρούς επιχειρούν να την απλοποιήσουν.
Και κάπως έτσι, εκεί όπου παρουσιάστηκε μια «επιτυχία», αποκαλύπτεται εκ των υστέρων μια αναβολή. Μια αναβολή που, όπως συμβαίνει συνήθως, δεν εξαφανίζει το πρόβλημα αλλά το μεταθέτει χρονικά, μέχρι τη στιγμή που θα επιστρέψει με μεγαλύτερη ένταση.
Ίσως, τελικά, αυτό να είναι και το βασικό συμπέρασμα. Ότι στην πολιτική, και ιδίως στο μεταναστευτικό, οι εύκολες νίκες είναι σχεδόν πάντα πρόσκαιρες. Και ότι η πραγματικότητα, όσο κι αν επιχειρεί κανείς να την παρουσιάσει διαφορετικά, έχει την επιμονή να επανέρχεται.
English