Η Υπηρεσία Διεθνούς Ανάπτυξης των ΗΠΑ (USAID) έχει αφήσει το αποτύπωμά της στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή μέσω στοχευμένων χρηματοδοτήσεων που εγείρουν ερωτήματα για την επιρροή ξένων δυνάμεων σε εθνικές και περιφερειακές εξελίξεις.
Μια πρόσφατη ερώτηση του ευρωβουλευτή της ΝΙΚΗΣ, Νίκου Αναδιώτη στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρνει στο φως λεπτομέρειες για προγράμματα που φαίνεται να διαμορφώνουν πολιτικές και θεσμικές αλλαγές, ιδιαίτερα στα Βαλκάνια και την Κύπρο. Η απάντηση της Επιτροπής, αν και αποφεύγει να δώσει πλήρεις διευκρινίσεις, αποκαλύπτει την έκταση της συνεργασίας ΕΕ-USAID και τις επιπτώσεις της απόσυρσης των ΗΠΑ από τέτοια προγράμματα.
Η USAID «εξαγόρασε» 707 Μέσα Ενημέρωσης 6.200 δημοσιογράφους και 279 ΜΚΟ
Χρηματοδοτήσεις με πολιτική σκιά και το φάντασμα του Σχεδίου Ανάν
Η USAID έχει επενδύσει σημαντικά κονδύλια σε προγράμματα που συνδέονται με πολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη. Σύμφωνα με επίσημα έγγραφα, μόνο στην Κύπρο, κατά την περίοδο 1998-2004, η Υπηρεσία διέθεσε 60,5 εκατομμύρια δολάρια στο πλαίσιο του Δικοινοτικού Αναπτυξιακού Προγράμματος, την εποχή που προωθούνταν το Σχέδιο Ανάν.
Στα Σκόπια, από το 1993, η USAID έχει δαπανήσει πάνω από 640 εκατομμύρια δολάρια για θεσμικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις. Επιπλέον, το Κοινό Σχέδιο Ιστορίας και Συμφιλίωσης στα Βαλκάνια, που υλοποιήθηκε από το Κέντρο για τη Δημοκρατία και τη Συμφιλίωση στη Νοτιοανατολική Ευρώπη (CDRSEE), έλαβε επίσης χρηματοδότηση από την USAID, με στόχο τη συγγραφή κοινών ιστορικών βιβλίων.
Αυτές οι επενδύσεις εγείρουν ερωτήματα για το κατά πόσο τέτοια προγράμματα επηρεάζουν την κοινή γνώμη και τους θεσμούς σε κράτη μέλη της ΕΕ ή υποψήφιες χώρες. Η Επιτροπή, στην απάντησή της, παραδέχεται ότι δεν έχει διεξαγάγει επίσημη αξιολόγηση για την επίδραση αυτών των προγραμμάτων στην Κύπρο, αφήνοντας κενά που τροφοδοτούν την ανησυχία για εξωτερική παρέμβαση.
Η Συνεργασία ΕΕ-USAID και το Κενό της Απόσυρσης
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η συγχρηματοδότηση με την USAID δεν αποτελεί συνήθη πρακτική, αλλά παραδέχεται ότι υπάρχει τακτική ανταλλαγή πληροφοριών και συντονισμός σε τοπικό επίπεδο, ιδιαίτερα στα Δυτικά Βαλκάνια. Τομείς όπως η στήριξη της δημοκρατίας, της κοινωνίας των πολιτών και των μέσων ενημέρωσης αποτελούν σημεία συνεργασίας, αν και η Επιτροπή δεν παρέχει συγκεκριμένα στοιχεία για το ύψος των χρηματοδοτήσεων ή την έκταση αυτών των προγραμμάτων.
Η απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να τερματίσει το 83% των προγραμμάτων της USAID έχει δημιουργήσει, σύμφωνα με την Επιτροπή, ένα κενό που η ΕΕ δεν μπορεί να καλύψει πλήρως. Η ΕΕ, που παρέχει το 42% της παγκόσμιας αναπτυξιακής βοήθειας και το 28% της ανθρωπιστικής βοήθειας, δηλώνει ότι παρακολουθεί τις επιπτώσεις αυτής της απόφασης, δίνοντας έμφαση στα συμφέροντά της και στην ανθρωπιστική βοήθεια. Ωστόσο, η απουσία συγκεκριμένων δεδομένων για τα συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα στα Βαλκάνια εντείνει τις ανησυχίες για τη διαφάνεια και τον έλεγχο αυτών των δράσεων.
Η Περίπτωση της Κύπρου: Ένα Παράδειγμα Επιρροής
Στην Κύπρο, η USAID διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στις δικοινοτικές δραστηριότητες μέχρι το 2006, όταν η ΕΕ ανέλαβε τη σκυτάλη με το πρόγραμμα βοήθειας για την τουρκοκυπριακή κοινότητα. Η Υπηρεσία υποστήριξε τη συνεργασία οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, την αποκατάσταση κτιρίων στην παλιά Λευκωσία και την επισημοποίηση του Ενιαίου Ρυθμιστικού Σχεδίου Λευκωσίας. Αυτές οι δράσεις, αν και παρουσιάζονται ως ανθρωπιστικές, συνδέονται με πολιτικές διεργασίες, όπως το Σχέδιο Ανάν, που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην ελληνοκυπριακή κοινότητα, με αποκορύφωμα το πανηγυρικό ΟΧΙ στο δημοψήφισμα που διενεργήθηκε.
Η Επιτροπή παραδέχεται ότι δεν έχει αξιολογήσει επίσημα την επίδραση αυτών των προγραμμάτων, κάτι που ενισχύει την αίσθηση ότι οι εξωτερικές παρεμβάσεις ενδέχεται να διαμορφώνουν πολιτικές εξελίξεις χωρίς επαρκή έλεγχο ή διαφάνεια.
Τι Μένει να Απαντηθεί
Η ερώτηση του Νίκου Αναδιώτη φέρνει στην επιφάνεια μια κρίσιμη συζήτηση για την αυτονομία των ευρωπαϊκών κρατών και την επιρροή εξωτερικών δυνάμεων μέσω χρηματοδοτήσεων. Η απάντηση της Επιτροπής, αν και αναγνωρίζει την ύπαρξη συνεργασίας με την USAID, δεν παρέχει σαφείς απαντήσεις για το εύρος και την επίδραση αυτών των προγραμμάτων. Η έλλειψη αξιολόγησης και η περιορισμένη διαφάνεια ενισχύουν την ανάγκη για μεγαλύτερη λογοδοσία, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για προγράμματα που επηρεάζουν την πολιτική και κοινωνική ζωή σε κράτη μέλη και υποψήφιες χώρες.
English