Η μεσαία καθαρή περιουσία ενός γερμανικού νοικοκυριού έχει μειωθεί από 90.500 € το 2021 σε 76.000 € το 2023, μετά από προσαρμογή για τον πληθωρισμό.
Αυτό αποκαλύφθηκε στην τελευταία μηνιαία έκθεση έρευνας της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Γερμανίας (Bundesbank).
Ενώ ο μεσαίος πλούτος – η αξία στην οποία η καθαρή περιουσία του μισού πληθυσμού ήταν πάνω και του άλλου μισού κάτω – αυξήθηκε ελαφρώς, η προσαρμογή για την υψηλή πληθωριστική πίεση που παρατηρήθηκε το 2022 και το 2023 οδηγεί σε μείωση 15% στον πλούτο των νοικοκυριών.
Ο μέσος πλούτος των νοικοκυριών μειώθηκε κατά 11% και ανέρχεται σε 239.200 €. Ωστόσο, αυτή η αξία επηρεάστηκε από λίγα πολύ πλούσια νοικοκυριά και είναι λιγότερο αντιπροσωπευτική της κατάστασης του κοινού σε σχέση με την μεσαία τιμή, σύμφωνα με τους συγγραφείς της έκθεσης.
Ο οικονομολόγος Θόρστεν Πόλιτ, πρόεδρος του μη κυβερνητικού οργανισμού Mises Institute, ο οποίος ανήκει στην αυστριακή σχολή οικονομικών, εξέφρασε ανησυχία για τα αποτελέσματα της έκθεσης. Σε ανάρτησή του στις 8 Μαΐου στο X έγραψε: “Η αλήθεια: Η Γερμανία φτωχαίνει.”
Bundesbank: “Der Median der Nettovermögen … ging inflationsbereinigt deutlich von 90 500 € im Jahr 2021 auf 76 000 € im Jahr 2023 zurück.” (S. 33)
Wahrheit: Deutschland verarmt.https://t.co/ziE7yAQ655— Θόρστεν Πόλιτ (@ThorstenPolleit) 8 Μαΐου 2025
Η έκθεση βασίστηκε σε έρευνα στα γερμανικά νοικοκυριά που διεξάγει η Ομοσπονδιακή Τράπεζα ανά δύο έως τρία χρόνια. Η επόμενη είναι προγραμματισμένη να διεξαχθεί το 2026.
Η κεντρική τράπεζα απέδωσε τη μείωση του πλούτου των νοικοκυριών στον υψηλό πληθωρισμό, στην αύξηση των επιτοκίων και στην στασιμότητα ή μείωση των τιμών ακινήτων.
Επιπλέον, οι τιμές μετοχών αυξήθηκαν μόνο μετρίως από το 2021 έως το 2023 και δεν μπόρεσαν να αντισταθμίσουν τις απώλειες από άλλα περιουσιακά στοιχεία.
Τα δεδομένα δεν έδειξαν αυξανόμενη ανισότητα. Το μερίδιο του δεκατημορίου των πλουσιότερων νοικοκυριών στο συνολικό καθαρό πλούτο μειώθηκε ελαφρώς, από 56% το 2021 σε 54% το 2023.
Στη περιγραφική στατιστική, ένα δεκατημόριο είναι οποιαδήποτε από τις εννέα τιμές που διαχωρίζουν τα ταξινομημένα δεδομένα σε δέκα ίσα μέρη, ούτως ώστε το κάθε μέρος να αντιπροσωπεύει 1/10 του δείγματος ή του πληθυσμού.
Ο συντελεστής Gini της Γερμανίας – ένα μέτρο ανισότητας πλούτου – παρέμεινε σχεδόν σταθερός στο 72,4%.
Οι συγγραφείς σημείωσαν ότι η ανισότητα του πλούτου θα μειωθεί περαιτέρω αν ληφθούν υπόψη οι απαιτήσεις των νοικοκυριών για πληρωμές από δημόσια συστήματα συντάξεων και παρόμοια περιουσιακά στοιχεία.
Η συμπερίληψη αυτών των απαιτήσεων γενικά βελτίωσε σημαντικά την καθαρή κατάσταση πλούτου των φτωχότερων νοικοκυριών. Οι συγγραφείς της έκθεσης προέβλεψαν ότι ο συντελεστής Gini της Γερμανίας θα μειωθεί στο 58% σε αυτή την περίπτωση.
Η έρευνα της Ομοσπονδιακής Τράπεζας έδειξε επίσης ότι τα φτωχότερα νοικοκυριά επενδύουν κυρίως σε χαμηλού κινδύνου και χαμηλής απόδοσης περιουσιακά στοιχεία όπως οι καταθέσεις σε τράπεζες, ενώ τα πλουσιότερα νοικοκυριά επενδύουν περισσότερο σε επενδυτικά κεφάλαια και μετοχές.
Η κύρια διαφορά στον σχετικό πλούτο βρίσκεται στην ιδιοκτησία ακινήτων: ο μεσαίος πλούτος για τους ιδιοκτήτες ακινήτων ανερχόταν σε 380.000 έως 450.000 €, ανάλογα με το αν υπήρχε υποθήκη να εξοφληθεί ή όχι.
Εν τω μεταξύ, οι ενοικιαστές είχαν μόνο μεσαίο πλούτο 18.300 €.
Τριάντα πέντε χρόνια μετά την επανένωση της Γερμανίας, εξακολουθούν να υπάρχουν μεγάλες περιφερειακές διαφορές στον πλούτο.
Ο μεσαίος πλούτος για τα νοικοκυριά της ανατολικής Γερμανίας ήταν σημαντικά χαμηλότερος στα 35.900 € σε σύγκριση με τα 364.900 € στη δυτική Γερμανία.
English