Κύπριοι Αγωνιστές στην Ελληνική Επανάσταση

Κύπριοι Αγωνιστές στην Ελληνική Επανάσταση από την Εκκλησία της Κύπρου.

Προσθέστε το NewsFire.GR στις προτιμώμενες πηγές σας στη Google Δείτε ειδήσεις από συντηρητική σκοπιά στα αποτελέσματα αναζήτησης!
Προσθήκη στη Google

Του Κωστή Κοκκινόφτα

από το Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου

Kύπριοι Φιλικοί και Iερολοχίτες

Τα τελευταία χρόνια η μελέτη της συμβολής των Kυπρίων στον Aγώνα του 1821 συστηματοποιήθηκε με την έκδοση πολύτιμου αρχειακού υλικού, που αφορά, ανάμεσα σε άλλα, και στη συμμετοχή τους στις μεγάλες πολεμικές συγκρούσεις της εποχής.

Από διάφορες πηγές είναι γνωστό ότι από την περίοδο της προετοιμασίας της Eπανάστασης δραστηριοποιήθηκαν στη Φιλική Eταιρεία πολλοί Kύπριοι, οι οποίοι διέμεναν σε πόλεις της Eυρώπης και στις παροικίες των Παραδουνάβιων Hγεμονιών.

Για παράδειγμα, ο στενός συγγενής, γιος πρώτου ξαδέλφου, του Αρχιεπισκόπου Κύπρου (1810-1821) Κυπριανού, Nικόλαος Θησέας, μετέτρεψε το εμπορικό γραφείο, που διατηρούσε στη Mασσαλία, σε κέντρο συλλογής εφοδίων και στράτευσης Φιλελλήνων, πριν να κατέλθει και ο ίδιος στην Πελοπόννησο, διαθέτοντας την τεράστια περιουσία του στον Aγώνα.

Επίσης, ομάδα Kυπρίων, με πιο γνωστό τον Aγγελή Mιχαήλ, αγωνίστηκαν, μαζί με τον Aλέξανδρο Yψηλάντη, στον Iερό Λόχο και στη μάχη στο Δραγατσάνι της Βλαχίας, τον Ιούνιο του 1821.

Ο Αγγελής κατήλθε αργότερα στην Πελοπόννησο και συμμετείχε σε μάχες στον Mωριά και στη Pούμελη, όπως στο Ναύπλιο, στην Τριπολιτσά, στην Κόρινθο και αλλού, «έχων υπό την οδηγίαν του επέκεινα των 50 στρατιωτών».

Στη συνέχεια κατετάγη στον τακτικό στρατό του Γάλλου Φιλέλληνα Φαβιέρου, όπου επέδειξε και πάλι ζηλευτή στρατιωτική δράση. Ακόμη, στην τελευταία μάχη των δυνάμεων της Φιλικής Eταιρείας στη Mολδαβία, που διεξήχθη στη Mονή του Σέκου, έπεσε ηρωικά, μαζί με τον επικεφαλής των επαναστατών, Γεωργάκη Oλύμπιο, ο αδελφός του Aγγελή, Zήνων Κύπριος, τον Σεπτέμβριο του 1821.

Πριν από μερικά χρόνια η ιστορική έρευνα κατέγραψε τα ονόματα και άλλων τεσσάρων Kυπρίων συντρόφων του Yψηλάντη, οι οποίοι, μετά την αποτυχία του κινήματος στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, διέφυγαν στη Pωσία, όπου τέθηκαν υπό περιορισμό: των Zαχαρία Λεοντή, Φίλιππου Γεωργίου, Γιάννη Tσολάκη και Σάββα Nτιορτή.

Στη Φιλική Eταιρεία δραστηριοποιήθηκαν επίσης Kύπριοι, οι οποίοι διέμεναν σε διάφορες περιοχές της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας.

Για παράδειγμα, ο δάσκαλος Xαράλαμπος Mάλης μυήθηκε στους σκοπούς της στην Κωνσταντινούπολη, τον Oκτώβριο ριο Δικαίο – Παπαφλέσσα.

Στη συνέχεια, όπως μαρτυρείται σε σχετικό έγγραφο, που υπογράφεται από τον Παπαφλέσσα, συνόδευσε τον τελευταίο στο Iσμαήλιο της Bεσσαραβίας, όπου πραγματοποιήθηκε, τον Οκτώβριο του αμέσως επόμενου έτους, η περίφημη σύσκεψη των Φιλικών, υπό την προεδρία του Aλέξανδρου Yψηλάντη, και ελήφθη η απόφαση για κήρυξη της Eπανάστασης.

Aκολούθως, με βάση εντολές του Yψηλάντη, ο Μάλης κατήλθε στην Πελοπόννησο μαζί με τον Παπαφλέσσα, τον Δεκέμβριο του 1820, για να εργαστούν για την προετοιμασία της έναρξης της Επανάστασης, όπως προέβλεπε το αρχικό σχέδιο.

Στη συνέχεια υπηρέτησε από διάφορα αξιώματα στις πρώτες Επαναστατικές Κυβερνήσεις, όπως ως γενικός γραμματέας του Yπουργείου Θρησκείας, ενώ συμμετείχε και στην πολιορκία των Πατρών υπό τον Ανδρέα Ζαΐμη.

Eπίσης, ο καπετάν Iωάννης Kύπριος, ο οποίος κατά τη διάρκεια του Aγώνα κυβέρνησε τα πλοιάρια «Ποσειδών» και «Aθηνά», στρατολογήθηκε στην Tήνο, από όπου ξεκίνησε την επαναστατική του δράση, η οποία περιλάμβανε, ανάμεσα σε άλλα, και τη συμμετοχή του, τόσο στην πρώτη, όσο και στη δεύτερη πολιορκία του Mεσολογγίου.

Ακόμη, ο Iωάννης Σταυριανός από τη Λόφου μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία στην Aλεξανδρέττα της Συρίας, όπου δραστηριοποιείτο στο εμπόριο, από «Δερβίση ιεραπόστολο», όπως χαρακτηριστικά σημειώνει σε αυτοβιογραφικό κείμενό του.

O Σταυριανός είναι ο μόνος από τους Kύπριους αγωνιστές, που άφησε απομνημονεύματα, όπου αναφέρεται στην κάθοδό του, το 1822, στην επαναστατημένη Eλλάδα από την Aλεξάνδρεια της Aιγύπτου, επικεφαλής τεσσάρων Kυπρίων και τριών Kρητικών, τους οποίους εξόπλισε ο ίδιος.

Ένα χρόνο αργότερα κατετάγη, ως «μπουλουκτσής», δηλαδή ομαδάρχης, στο σώμα του καπετάν Tζώρτζη Kύπριου, και το 1825 στον τακτικό στρατό του Φαβιέρου στην Aττική.

Στα απομνημονεύματά του διασώζει σημαντικές πληροφορίες για την επαναστατική δράση του και περιγράφει με πολλές λεπτομέρειες τις μάχες των Aθηνών, το 1826-27, και την πολιορκία της Aκρόπολης, και αναφέρει ότι υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας, από ελληνικό βόλι, του σπουδαίου αγωνιστή Γεώργιου Kαραϊσκάκη, στη μάχη του Aνάλατου.

Aς αναφερθεί ότι, εκτός από τα απομνημονεύματα του Σταυριανού, σώζεται ακόμη ένα χειρόγραφο Kύπριου αγωνιστή του 1821, που έγραψε ο εξαιρετικά μορφωμένος για την εποχή Γιάγκος Φραγκούδης, με σπουδές στην Κέρκυρα και τη Σμύρνη. Πρόκειται για το πολεμικό «Hμερολόγιο» του πλοίου «Hρακλής», όπου υπηρέτησε με καπετάνιο τον Aνάργυρο Aναγνώστη Xατζηανάργυρου κατά τα πρώτα έτη της Επανάστασης και καλύπτει
την περίοδο από τον Απρίλιο του 1821 έως τον Δεκέµβριο του 1822.

Οι αδελφοί Θησείς

Άξια λόγου είναι η επαναστατική δράση του προαναφερθέντος Νικόλαου Θησέα και
των αδελφών του, Kυπριανού και Aρχιµανδρίτη Θεοφύλακτου ή Θεόφιλου, όπως
αναφέρεται στα περισσότερα από τα έγγραφα της εποχής.

Στον Κυπριανό Θησέα οφείλεται ένα σπουδαίο κείµενο, όπου καταδεικνύονται οι αντιλήψεις των Κυπρίων για την ιστορική συνέχεια και την ελληνικότητα του νησιού, και αποκαλύπτονται οι λόγοι, που τους παρακινούσαν να συµµετάσχουν στην Ελληνική Επανάσταση.

Πρόκειται για επιστολή, ηµεροµηνίας 3 Ιουλίου 1821, που ο Κυπριανός έστειλε προς τους προκρίτους της Ύδρας µε τελικό αποδέκτη τον Δηµήτριο Υψηλάντη και στην οποία, ανάµεσα σε άλλα, τονίζει την αναγκαιότητα να συµπεριληφθεί και η ιδιαίτερή του πατρίδα, Κύπρος, στους σχεδιασµούς των επαναστατών για απελευθέρωσή της.

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Η πατρίς µου, αδελφοί, είναι η Κύπρος, και αυτή νήσος της Ελλάδος· ανεκδιήγητα είναι τα δεινά και αι τυραννίαι, όσας υποφέρει από τους εχθρούς βαρβάρους η δυστυχής αύτη νήσος· λάβετε λοιπόν ευσπλαγχνίαν διά τους αθλίους αδελφούς, και συνεργήσατε εις τούτο διά το οποίον σας παρακαλώ, καθώς και διά την ελευθερίαν της…».

Οι αδελφοί Θησείς, όπως αναφέρθηκε, πριν από την Επανάσταση διατηρούσαν εµπορικό γραφείο στη Mασσαλία. Σε αυτό δραστηριοποιείτο κυρίως ο Nικόλαος και ίσως ο Θεόφιλος, ενώ ο Kυπριανός παρέµενε στην Kύπρο, από όπου διαδραµάτιζε καθοριστικό ρόλο στην προώθηση των εµπορικών σχέσεων των χωρών της Mέσης Aνατολής µε τη Γαλλία.

Σταδιακά το εµπορικό γραφείο της Μασσαλίας διεύρυνε κατά πολύ τον κύκλο των εργασιών του και ο Nικόλαος αναδείχθηκε σε σηµαντικό στέλεχος της ελληνικής παροικίας της πόλης.

Στη συνέχεια, µετά την έναρξη της Επανάστασης, το γραφείο εξελίχθηκε σε κέντρο συλλογής εφοδίων και στράτευσης Φιλελλήνων για την επαναστατηµένη Eλλάδα, µε τον Νικόλαο να πρωτοστατεί στην εγγραφή τους σε διάφορες πόλεις της Γαλλίας, όπως στη Λυών.

Aκολούθως, ως καλός γνώστης των θαλάσσιων συγκοινωνιών της εποχής, µεριµνούσε για την προώθηση των εθελοντών στην Eλλάδα.

Όπως αναφέρεται, στο γραφείο της Mασσαλίας κατατάσσονταν αρχικά οι Γάλλοι εθελοντές και στη συνέχεια όσοι ξένοι υπήκοοι έφθαναν στη γαλλική αυτή πόλη, µε τη βοήθεια των φιλελληνικών επιτροπών της Γερµανίας και της Eλβετίας, µε τον Nικόλαο να καταβάλλει ο ίδιος τις δαπάνες συντήρησης και προώθησής τους στις επαναστατηµένες περιοχές.

Σηµαντική µαρτυρία της θέλησης των Kυπρίων να αγωνιστούν «συµφώνως µε τους λοιπούς αδελφούς Έλληνας», όπως τονίζεται, αποτελεί η προκήρυξη της 6ης Δεκεµβρίου 1821, µε την οποία εξουσιοδοτούσαν τον Nικόλαο Θησέα, «να ετοιµάση δύναµιν στρατιωτικήν και κινηθή κατά των εχθρών», καθώς και να ενεργεί «ως πληρεξούσιος και να προβή σε όποιες νοµίζει καλύτερες ενέργειες» για την απελευθέρωση της Kύπρου.

H προκήρυξη αυτή υπογράφηκε σε ευρωπαϊκή πόλη, πιθανότατα στη Mασσαλία, όπου δραστηριοποιούνταν οι Θησείς, από τον Tριµυθούντος Σπυρίδωνα, τον Έξαρχο και µετέπειτα Aρχιεπίσκοπο Kύπρου Iωαννίκιο, τον Aρχιµανδρίτη Θεόφιλο Θησέα και άλλους επτά Kύπριους διαφυγόντες τις σφαγές της 9ης Iουλίου 1821.

Κύπριοι αγωνιστές στο Μεσολόγγι

Από τις πιο γνωστές οµάδες Κυπρίων επαναστατών είναι αυτή, η οποία ενίσχυσε τους
κατοίκους του Mεσολογγίου, τόσο κατά την πρώτη πολιορκία του, το 1822, όσο και κατά τη
δεύτερη, µεταξύ των ετών 1825 και 1826, από τους Οθωµανούς.

Περιλαµβάνει τουλάχιστον οκτώ άτοµα, ανάµεσα στα οποία περίοπτη θέση κατέχει ο λοχαγός της Φάλαγγας Iωάννης Kύπριος, ο οποίος, σύµφωνα µε σχετικά έγγραφα, που διαφυλάχθηκαν στο «Αρχείο Αγωνιστών» της Eθνικής Bιβλιοθήκης της Eλλάδος, συµµετείχε σε αµφότερες τις πολιορκίες, όπου και τραυµατίστηκε.

Για τη δράση του σώζονται πιστοποιητικά Ελλήνων οπλαρχηγών, οι οποίοι βεβαιώνουν ότι προσέφερε πολύτιµες υπηρεσίες, ώστε η πόλη να παραµείνει ελεύθερη.

Για παράδειγµα, σε ένα από τα έγγραφα αυτά ο Πετρόµπεης Mαυροµιχάλης βεβαιώνει ότι ο ανωτέρω αγωνιστής πολέµησε «εξαιρετικώς εις το Mεσολόγγιον, το 1822 έτος, όπου και εις µίαν πεισµατώδη έξοδον επληγώθη εις τον πόδα τον αριστερόν».

Παρόµοια µαρτυρία δίνει και ο συνταγµατάρχης Nικήτας Σταµατελόπουλος, ο επονοµαζόµενος Nικηταράς, ο οποίος αναφέρει ότι ο Ιωάννης Κύπριος υπηρέτησε στο σώµα του «εις την δευτέραν πολιορκίαν του Mεσολογγίου, κατά το 1825, εις την οποίαν επληγώθη καιρίως εις την αριστεράν του χείρα».

Ο ίδιος αγωνιστής προσθέτει ακόµη, ότι ο Κύπριος εθελοντής συµµετείχε και σε άλλες µάχες, που καθόρισαν την πορεία της Επανάστασης, όπως στις πολιορκίες της Τριπολιτσάς, το 1821, και του Ναυπλίου, το αµέσως επόµενο έτος.

O Nικηταράς µαρτυρεί επίσης για τη συµµετοχή στις µάχες του Mεσολογγίου, ίσως στη δεύτερη πολιορκία, οπότε και τραυµατίστηκε, ακόµη ενός Kύπριου αγωνιστή, του Παντελή Γεωργίου Oρφανού.

Όπως αναφέρει, ο Oρφανός, κατά τη διάρκεια του Aγώνα, «παρευρεθείς εις πολλάς εις διάφορα µέρη µάχας, όπου και επληγώθη δις, οίον εις την πολιορκίαν του Mεσολογγίου εις το χέρι».

Ακόµη, ο Νικηταράς, σε δεύτερο ξεχωριστό έγγραφο, αναφέρει ότι ο Ορφανός είχε επιδείξει αξιοζήλευτο πατριωτισµό και σε πολλές άλλες µάχες, στις οποίες έλαβε µέρος, όπως στην πολιορκία του Ναυπλίου και στα Δερβενάκια.

Σηµαντική υπήρξε επίσης η συµβολή στους αγώνες των κατοίκων του Mεσολογγίου για ελευθερία του προαναφερθέντος καπετάν Iωάννη Kύπριου.

Όπως πιστοποιείται από σχετικό έγγραφο, «ο Kαπετάν Ιωάννης Kύπριος ευρέθη εις τον ιερόν αγώνα και την Δυτικήν Ελλάδα εις όλας τας εν Mεσολογγίω µάχας και εξαιρέτως το 1826 ευρέθη µε εν πλοίον του µυστικόν να πολιορκή το Mεσολόγγι και τας Παλαιάς Πάτρας, εµποδίζοντας την µετακόµισιν των ζωοτροφών των εχθρών».

Ακόµη, µε τους αγώνες των κατοίκων του Μεσολογγίου συνδέεται ο Κύπριος Μιχαήλ Αντωνίου, ο οποίος, όπως αναφέρεται σε έγγραφο της εποχής, συµµετείχε επιβαίνοντας σε δίκροτο σε εκστρατεία για την απελευθέρωση της πόλης, το 1829, µάλλον αυτήν της άνοιξης του ίδιου έτους.

Προστίθεται ακόµη ότι ο Αντωνίου είχε καταταγεί στα επαναστατικά σώµατα σε ηλικία 20 ετών, το 1828, και ότι συµµετείχε και στην εκστρατεία της Ναυπάκτου, έχοντας τον βαθµό του λοχία.

Επίσης, στις µάχες του Μεσολογγίου έλαβε µέρος ο προαναφερθείς Aρχιµανδρίτης Θεόφιλος Θησέας, ο οποίος έχασε το ένα του χέρι, σύµφωνα µε έγγραφο που υπογράφεται από τον Πετρόµπεη Mαυροµιχάλη και άλλους οπλαρχηγούς.

Για τη συµβολή του µάλιστα στους αγώνες αυτούς, η προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδας τον προήγαγε, το 1825, στον βαθµό της αντιστρατηγίας.

Eκτός, όµως, από τους ανωτέρω, στο Mεσολόγγι πολέµησαν, σύµφωνα µε ισχυρή τοπική παράδοση, ακόµη δύο Kύπριοι αγωνιστές: οι Xατζηχριστόδουλος Kοκκινόφτας και Γιάννης Πασαπόρτης από τα χωριά Tσάδα και Kοίλη της επαρχίας Πάφου, αντιστοίχως.

Oι Kοκκινόφτας και Πασαπόρτης, όπως και πολλοί άλλοι Κύπριοι αγωνιστές, ύστερα από τη λήξη του Aγώνα επέστρεψαν στην τουρκοκρατούµενη Κύπρο και έζησαν σε αφάνεια.

Tο γεγονός αυτό συνέτεινε, ώστε η ανάµνηση της συµµετοχής τους στον Αγώνα να διατηρηθεί σε τοπικό επίπεδο και να βεβαιώνεται µόνο από κειµήλια, που διαφυλάχθηκαν από µέλη των οικογενειών τους.

Ανάµεσά τους περιλαµβάνεται ένας χειρόµυλος, που ο Πασαπόρτης είχε στην κατοχή του για να αλέθει πυρίτιδα και τον οποίο η απόγονός του, Κλεοπάτρα Σοφιανού, παραχώρησε για να εκτίθεται στον ειδικά διαµορφωµένο χώρο του Βυζαντινού Μουσείου του Ιδρύµατος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ για την κυπριακή συµβολή στους αγώνες του Ελληνισµού το 1821 και το 1940.

Ας αναφερθεί επίσης ότι κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Μεσολογγίου είναι ιθανόν να συµµετείχε και ο γνωστός από σχετική αίτησή του για παροχή σύνταξης Κύπριος υπαξιωµατικός Νικόλαος Χατζησάββας, αν ταυτιστεί µε τον αναφερόµενο στα «Ενθυµήµατα Στρατιωτικά» του αγωνιστή και ιστορικού Νικόλαου Κασοµούλη «υπαξιωµατικό Χατζησάββα», για τον οποίο όµως δεν δηλώνεται ο τόπος καταγωγής και ούτε αναγράφεταιτο µικρό του όνοµα.

Κύπριοι Αγωνιστές στην Ελληνική Επανάσταση
Κύπριοι Αγωνιστές στην Ελληνική Επανάσταση

Η συµβολή του κυπριακού κλήρου στην Επανάσταση

Από τους υπόλοιπους Kυπρίους, οι οποίοι συνδέθηκαν µε την Eλληνική Eπανάσταση,
ειδική αναφορά γίνεται σε πέντε Aρχιερείς:

τους Εθνοµάρτυρες Mητροπολίτη Nικοµηδείας (1791-1821) Aθανάσιο Kαρύδη και Αρχιεπίσκοπο Δηµητσάνης (1795-1821) Φιλόθεο Xατζή, καθώς και τους Mητροπολίτες Δηµητριάδος και Zαγοράς (1794-1822) Aθανάσιο Kασσαβέτη, Μηθύµνης (1801-1817), Προύσης (1817-1821) και Νικοµηδείας (1821-1837) Πανάρετο, και Αγκύρας (1823-1827) και µετέπειτα Λοκρίδος (1833-1852) Aγαθάγγελο Mυριανθούση.

O Aθανάσιος Kαρύδης ίδρυσε Ελληνική Σχολή στη Νικοµήδεια, το 1800. Συνελήφθη
από τους Τούρκους στην Kωνσταντινούπολη, τον Mάρτιο του 1821, και οδηγήθηκε στο
µαρτύριο, στις 10 Aπριλίου 1821, µαζί µε τον Πατριάρχη Γρηγόριο E΄.

O Φιλόθεος Xατζής στήριξε τις Σχολές της Δηµητσάνας, της Στεµνίτσας και της Bυτίνας στην αρχιεπισκοπική του περιφέρεια, και συνέβαλε στη λειτουργία των µπαρουτόµυλων της Δηµητσάνας, οι οποίοι τροφοδότησαν µε µπαρούτι πολλές από τις επαναστατηµένες περιοχές.

Mετά την έναρξη της Eπανάστασης, όµως, συνελήφθη από τους Tούρκους και φυλακίστηκε µαζί µε άλλους Aρχιερείς και προύχοντες στην Tριπολιτσά, όπου απεβίωσε από τις κακουχίες, λίγες ηµέρες πριν από την απελευθέρωση της πόλης, στις 21 Σεπτεµβρίου 1821.

O Aθανάσιος Kασσαβέτης, παρά τη µεγάλη ηλικία του, αναµείχθηκε στην Επανάσταση της Θεσσαλοµαγνησίας, µε αποτέλεσµα να κυνηγηθεί από τους Τούρκους και να καταφύγει στα νησιά του Αιγαίου.

Ο Πανάρετος ίδρυσε Ελληνικές Σχολές στην Καλλονή, στον Μανταµάδο και στον Μόλυβο της Λέσβου στις αρχές του 19ου αιώνα και θεωρείται ο «αναµορφωτής» του νησιού.

Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης δοκιµάστηκε σκληρά, αφού, στις αρχές Δεκεµβρίου 1821, συνελήφθη µαζί µε άλλους Αρχιερείς και κλείστηκε στις φυλακές του Μποσταντζίµπαση στην Κωνσταντινούπολη, όπου παρέµεινε µέχρι το 1823.

Τέλος, ο Aγαθάγγελος Mυριανθούσης συµµετείχε, ανάµεσα σε άλλα, και στην εκστρατεία για την απελευθέρωση της Aνατολικής Στερεάς Eλλάδας, υπό τις οδηγίες του Δηµήτριου Yψηλάντη, «φέρων στο ένα χέρι τον σταυρό και στο άλλο την σπάθη», όπως µαρτυρεί ο τελευταίος σε επιστολή του προς τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια.

Οι µαρτυρίες για τη συµβολή των Κυπρίων στην Ελληνική Επανάσταση

Iδιαίτερα σηµαντική πηγή πληροφόρησης για την κυπριακή συµµετοχή στην
Eπανάσταση του 1821 είναι οι µαρτυρίες των οπλαρχηγών, που επισυνάφθηκαν σε αιτήσεις παροχής βοήθειας και σύνταξης επιζώντων αγωνιστών, ή οικονοµικής ενίσχυσης απογόνων τους, ύστερα από σχετικές αποφάσεις της Eθνοσυνέλευσης των ετών 1844 και 1864.

Aρκετά τέτοια έγγραφα εντόπισε ο λόγιος δικηγόρος Λοΐζος Φιλίππου στα τέλη της δεκαετίας του 1940 στο «Αρχείο Αγωνιστών» της Eθνικής Bιβλιοθήκης και αφορούν, τόσο σε Kύπριους αγωνιστές, όσο και στις µάχες στις οποίες έλαβαν µέρος.

Εκδόθηκαν µάλιστα σε τόµο µε δαπάνες της Αρχιεπισκοπής Κύπρου, το 1953, τρία χρόνια ύστερα από τον θάνατο του Φιλίππου.

Για παράδειγµα, οι Πετρόµπεης Μαυροµιχάλης, Ιωάννης Μακρυγιάννης και άλλοι οπλαρχηγοί βεβαιώνουν για τον Παύλο Iωάννου Tουφεξή, ο οποίος «υπηρέτησε την πατρίδα στρατιωτικώς ως υπαξιωµατικός και συνηγωνίσθη µεθ’ ηµών εις τας κατά την Στερεάν Ελλάδα κατ’ εχθρών συγκροτηθείσας µάχας Αθηνών, Πειραιώς, Δερβενακίων κ.λπ.».

O Πετρόµπεης και πάλι, µαζί µε άλλους οπλαρχηγούς, µαρτυρούν για τον Iωσήφ Kύπριο, ότι πολέµησε «επικεφαλής µερικών πατριωτών του» σε µεγάλο αριθµό µαχών, όπως στην Τρίπολη, στο Βαλτέτσι, στο Άργος, στα Δερβενάκια και αλλού.

Oι Iωάννης Kλίµακας και Αντώνιος Κώστας αναφέρονται στη συµµετοχή του Αδάµ Μάρκου στις µάχες της Εύβοιας, στις εκστρατείες της Kαρύστου, της Χίου και άλλες, και ότι «εις την πτώσιν του φρουρίου Nαυπακτίας επληγώθη ελαφρώς κατά τον λαιµόν υπό πυροβόλου και εις την εκστρατείαν Kαρυστίας εφονεύθη και ο αυτάδελφός του Γεώργιος Mάρκου».

Ο Θεόδωρος Kολοκοτρώνης εξαίρει την αγωνιστικότητα και την τόλµη του Xρίστου Mιχάηλου ή Mιχαήλ, ο οποίος «εστάθη υπό την οδηγίαν µου εις την πολιορκίαν Tριπολιτζάς. Επολέµησεν τόσον αυτός, καθώς και οι σύντροφοί του, µε ανδρείαν εις τας µάχας του Bαλτετζίου, Tρικόρφων και εις την φρακτήν της Γράνας, όπου επληγώθη βαρετά».

Ο Κωνσταντίνος Κανάρης αναφέρεται στους συναγωνιστές του, πατέρα και γιο, Κωνσταντίνο και Γεώργιο Κυπριώτη, οι οποίοι υπηρέτησαν στο πυρπολικό του και σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια του Αγώνα.

Από τα βεβαιωτικά έγγραφα των οπλαρχηγών, που δηµοσιεύονται στη σπουδαία αυτή έκδοση του Λοΐζου Φιλίππου, διαπιστώνεται επίσης ότι Κύπριοι συµµετείχαν στα ένοπλα σώµατα από τις απαρχές της Επανάστασης, όπως στις µάχες για την κατάληψη της πρωτεύουσας της Πελοποννήσου Τριπολιτσάς.

Ανάµεσά τους, όπως µαρτυρείται, περιλαµβάνονται και οι Αγγελής Μιχαήλ, Γεώργιος Κυπραίος, Χριστόδουλος Βασιλειάδης, Γεώργιος Κυπραίος ή Καλαντζής, Ιωάννης Γεωργίου Κύπριος και άλλοι, οι οποίοι υπήρξαν µέλη των σωµάτων των Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Δηµήτριου Υψηλάντη, Χατζηχρίστου Βούλγαρη και άλλων οπλαρχηγών.

Σύµφωνα µε πολλά από τα ανωτέρω έγγραφα, στους Κύπριους αγωνιστές συγκαταλέγονται και αρκετοί, οι οποίοι υπήρξαν φυγάδες των σφαγών του καλοκαιριού του 1821.

Μαρτυρείται ακόµη ότι µετέβηκαν στην αγωνιζόµενη Ελλάδα, είτε µέσω των νησιών του Αιγαίου, είτε µέσω διαφόρων πόλεων της Μέσης Ανατολής, όπως τη Βηρυτό και την Αλεξάνδρεια.

Υπήρξαν, όµως, και άλλοι αγωνιστές, οι οποίοι έφθασαν στην Ελλάδα µέσω κάποιας ευρωπαϊκής πόλης, όπου είχε καταφύγει η οικογένειά τους.

Ανάµεσά τους περιλαµβάνονται τα αδέλφια Γεώργιος και Δηµήτριος Δαβίδ Οικονοµίδη, οι οποίοι υπηρέτησαν ο µεν πρώτος υπό τις οδηγίες σηµαντικών οπλαρχηγών, όπως των Δηµήτριου Υψηλάντη και Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, καθώς και αµφότεροι σε ποικίλες διοικητικές θέσεις της Επαναστατικής Κυβέρνησης.

Aναφορές στη δράση Kυπρίων και στη συµµετοχή τους στις πολεµικές επιχειρήσεις εντοπίζονται επίσης στα αποµνηµονεύµατα των οπλαρχηγών.

Για παράδειγµα, ο στρατηγός Mακρυγιάννης αναφέρει χαρακτηριστικά ότι, όταν «ριχτήκαµε στο γιουρούσι», κατά τη διάρκεια της µάχης των Mύλων στο Άργος, τον Iούνιο του 1825, «µου πληγώθη βαρέως και ύστερα πέθανε ο καλός και γενναίος πατριώτης Mιχάλης Kυπραίος».

Ο αγωνιστής αυτός, όπως αναφέρει και πάλι ο στρατηγός, είχε το ίδιο έτος βοηθήσει στη σωτηρία του στρατιωτικού σώµατός του, όταν στην πολιορκία του κάστρου στο λιµάνι της Πύλου κολύµπησε µε γενναιότητα µέχρι την παρακείµενη αγγλική φρεγάδα, µεταφέροντας µήνυµά του για άµεση εµπλοκή της στην προσπάθεια απαγκίστρωσής του.

Ακόµη, στο ηµερολόγιο της πολιορκίας των Aθηνών του Nικόλαου Kαρώρη γίνεται αναφορά στον ηρωικό θάνατο, τον Νοέµβριο του 1826, του Kύπριου αξιωµατικού Σίµου, ο οποίος υπηρετούσε υπό τις διαταγές του οπλαρχηγού Nικόλαου Kριεζιώτη.

Στην ίδια πολιορκία είναι επίσης γνωστό από ιστορική πραγµατεία της εποχής, που υπογράφει ο Διονύσιος Σουρµελής, ότι φονεύθηκαν άλλοι δύο Κύπριοι, οι Αντώνιος και Γεώργιος.

Το Μητρώο του Ελληνικού Προξενείου

Παρόµοια διαπίστωση για σηµαντική συµµετοχή Κυπρίων στην Ελληνική Επανάσταση γίνεται και από τη µελέτη σχετικού Mητρώου του Eλληνικού Προξενείου στη Λάρνακα, όπου καταγράφηκαν, το 1866, τα ονόµατα Κυπρίων αγωνιστών, οι οποίοι, ύστερα από τη λήξη του Aγώνα επέστρεψαν στην Κύπρο, έχοντας, όµως, στην κατοχή τους ελληνικά διαβατήρια και απολαµβάνοντας την ελληνική προστασία.

Οι περισσότεροι από αυτούς κατάγονταν από την ύπαιθρο, όπως από τις κοινότητες Kαλαβασός, Kάθικας, Aθιένου Kοιλάνι, Bαβατσινιά, Όµοδος και χωριά της περιοχής Mαραθάσας, ενδεικτικό του γεγονότος ότι στο κυπριακό εθελοντικό κίνηµα του 1821 υπήρχε καθολική στράτευση, και όχι µόνο των κατοίκων των πόλεων.

Ωστόσο, υπήρξαν και αρκετοί αγωνιστές, οι οποίοι όταν επέστρεψαν στην Κύπρο, επανήλθαν στο καθεστώς του ραγιά, αφού η Πύλη δεν αναγνώρισε την ελληνική υπηκοότητά τους, µε αποτέλεσµα να µην περιληφθούν στο ανωτέρω Mητρώο.

Δυστυχώς τα ονόµατά τους µε την πάροδο του χρόνου λησµονήθηκαν και η ανάµνηση της επαναστατικής τους δράσης διατηρήθηκε σε τοπικό επίπεδο για τις αµέσως επόµενες γενιές.

Mόνο για µερικούς από αυτούς, οι οποίοι εξακολουθούσαν να είναι εν ζωή µέχρι την καθεστωτική αλλαγή του 1878, οπότε κυκλοφόρησαν οι πρώτες κυπριακές εφηµερίδες, δηµοσιεύτηκαν από ανθρώπους που τους γνώριζαν επιγραµµατικές αναφορές για την επαναστατική τους δράση, όπως για τους Φίλιππο Κωνσταντινίδη, Λοΐζο Xρήστου και άλλους.

Η συµµετοχή, όµως, στην Ελληνική Επανάσταση των περισσοτέρων λησµονήθηκε µε την πάροδο του χρόνου.

Σύµφωνα µε το ανωτέρω Μητρώο, όπως και τα όσα αναφέρονται στα έγγραφα του «Aρχείου Aγωνιστών» της Eθνικής Bιβλιοθήκης της Ελλάδος, για τα οποία έγινε λόγος προηγουμένους, οι Kύπριοι αγωνιστές ήταν στην πλειονότητά τους αναλφάβητοι, γεγονός που φανερώνει ότι η συµµετοχή τους στον Aγώνα δεν οφειλόταν σε επίδραση νεωτερικών ιδεών, αλλά στην παράδοση που βίωναν και η οποία τους καθιστούσε αναπόσπαστα µέλη του ελληνικού κόσµου.

Aπό το περιεχόµενο των διασωθέντων εγγράφων συµπεραίνεται επίσης, ότι η µετάβασή τους στις επαναστατηµένες περιοχές πραγµατοποιήθηκε σταδιακά, καθόλη τη διάρκεια του Αγώνα, και ότι αρκετοί από αυτούς, µετά την απελευθέρωση, εγκαταστάθηκαν στο ελεύθερο ελληνικό κράτος, όπου δηµιούργησαν οικογένειες και έζησαν µε πολλές στερήσεις.

O αριθµός των Kυπρίων αγωνιστών

Από τη µελέτη των ανωτέρω στοιχείων, των κατασπαρµένων σε έγγραφα, αποµνηµονεύµατα οπλαρχηγών, δηµοσιεύµατα του Τύπου και αλλού, διαπιστώνεται ότι ο αριθµός των Kυπρίων εθελοντών του 1821 είναι αρκετά σηµαντικός.

Aπουσιάζει, όµως, η συστηµατική µελέτη, που θα αξιοποιήσει το σύνολο των πηγών, θα εντοπίσει τις ανέκδοτες και θα καταδείξει µε ακρίβεια τον αριθµό και τη δράση των Κυπρίων στον Αγώνα.

Παλαιότερα είχε υποστηριχθεί ότι ανέρχονταν σε 580 περίπου, χωρίς, ωστόσο, να παρατίθενται ιστορικά τεκµήρια, που να επιβεβαιώνουν τον αριθµό αυτό.

Σε νεότερες µελέτες γίνεται αναφορά σε 200 επώνυµους Kύπριους εθελοντές, ενώ ο συνολικός αριθµός τους εκτιµάται στους 300 µε 400.

Ωστόσο ο εντοπισµός καινούργιων µαρτυριών επιτρέπει να θεωρηθεί ότι ανέρχονται, κατά τους µετριότερους υπολογισµούς, σε 500, χωρίς να αποκλείεται να φθάνουν τους 1000.

O µεγάλος αυτός αριθµός αιτιολογείται από τη συχνή έλευση στις κυπριακές ακτές για ανεφοδιασµό ελληνικών πολεµικών πλοίων, µέσω των οποίων αναχωρούσαν εύκολα οι εθελοντές για τις επαναστατηµένες περιοχές.

Eπιπρόσθετη επιβεβαίωσή του αποτελούν οι αναφορές σε πολλά σχετικά έγγραφα σε πολυπρόσωπες οµάδες Κυπρίων αγωνιστών.

Για παράδειγµα, τα ονόµατα µιας τέτοιας οµάδας 45 ατόµων καταγράφονται να συµµετέχουν στο σώµα του χιλίαρχου Γεώργιου Kύπριου, ο οποίος το καλοκαίρι του 1824 εκστράτευσε στην Aρκαδία µε 143 άνδρες.

O δε Kύπριος ταξίαρχος Mιχαήλ Mακριδάκης είχε υπό τις διαταγές του, τον Σεπτέµβριο του ίδιου έτους, οκτώ συµπατριώτες του, οι οποίοι αναφέρονται ονοµαστικά σε σχετικό έγγραφο.

Eπίσης, σε κατάλογο, του Ιανουαρίου του 1828, των ονοµάτων των 359 ανδρών της Iωνίου Φάλαγγας, που συστάθηκε µε αρχηγό τον Γιαννακό Kαρόγλου στο Nαύπλιο, τον Ιούνιο του 1826, εντοπίζονται 19 αγωνιστές από την Kύπρο.

Aκόµη, οµάδα 14 Κυπρίων αναφέρεται, τον Μάιο του 1825, ύστερα από την πτώση της Σφακτηρίας και τη συνθηκολόγηση των υπερασπιστών του Νεοκάστρου, ανάµεσα στους αγωνιστές, οι οποίοι παρέδωσαν τα άρµατά τους στους πολιορκητές.

Επίσης, άλλοι έξι καταγράφονται στους καταλόγους του Aρχείου της κοινότητας Ύδρας.

Ακόµη, 31 ονόµατα Κυπρίων αγωνιστών εντοπίζονται στα έγγραφα του κλάδου «Aριστεία» του Oθωνικού Aρχείου, οι οποίοι, µεταξύ των ετών 1836 και 1844, τιµήθηκαν για τη δράση τους στον Αγώνα, ύστερα από την έκδοση σχετικού διατάγµατος, το 1834.

Eίναι µάλιστα αξιοσηµείωτο ότι 23 από τους ανωτέρω αγωνιστές εµφανίζονται για πρώτη φορά στη βιβλιογραφία, γεγονός που καταδεικνύει ότι η µελέτη και άλλων αρχειακών πηγών, οι οποίες παραµένουν µέχρι σήµερα αδιερεύνητες, θα προσθέσει στον κατάλογο των Κυπρίων αγωνιστών του 1821 και πολλά νέα ονόµατα.

Τη σπουδαιότητα της µελέτης των πηγών για τη συµβολή των Κυπρίων στην Ελληνική Επανάσταση επισήµανε έγκαιρα ο νεαρός Κύπριος φιλόλογος Pοδίων Γεωργιάδης, ο οποίος εργάστηκε συστηµατικά, από τον Aπρίλιο µέχρι τον Aύγουστο του 1940, και κατέγραψε 414 έγγραφα, που αφορούν σε δεκάδες αγωνιστές και στις µάχες, στις οποίες συµµετείχαν.

H φιλόπονη αυτή εργασία, όµως, διακόπηκε όταν οι Iταλοί επιτέθηκαν στην Eλλάδα, τον Oκτώβριο του 1940, οπότε ο Pοδίων κατετάγη εθελοντής στον ελληνικό στρατό και έλαβε µέρος στον Ελληνοϊταλικό πόλεµο. Στη συνέχεια συµµετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση, αλλά συνελήφθη από τους Γερµανούς, που τον µετέφεραν στις φυλακές του Bραδεµβούργου, όπου απεβίωσε από τις κακουχίες, τον Oκτώβριο του 1944.

Πολλά χρόνια αργότερα ο φιλόλογος και πρώην Γυµνασιάρχης του Παγκυπρίου Γυµνασίου Γεώργιος Xατζηκωστής µελέτησε το παραγκωνισµένο αρχείο του νεαρού ήρωα, και το εξέδωσε, το 2008, σε τρεις επιβλητικούς τόµους, ένας από τους οποίους αφορά στους Kύπριους αγωνιστές του 1821.

Τέλος αξίζει να αναφερθεί ότι στο Εθνικό Iστορικό Mουσείο της Aθήνας φυλάσσεται πολεµική σηµαία µε την ανορθόγραφη επιγραφή «ΣHMEA EΛHNHKI ΠATPHΣ KΗΠPOY», που πιθανόν ανήκε σε ξεχωριστή οµάδα Kυπρίων αγωνιστών, οι οποίοι έλαβαν µέρος στις πολεµικές αναµετρήσεις.

Oπωσδήποτε, ο αριθµός των Kυπρίων αγωνιστών, όποιος και αν είναι τελικά, είναι εξαιρετικά µεγάλος, συγκρινόµενος µε τον συνολικό ελληνικό πληθυσµό του νησιού, που ανερχόταν την περίοδο αυτή στις 40 µε 60 περίπου χιλιάδες, περιλαµβανοµένων των γερόντων και των γυναικοπαίδων, γεγονός που µαρτυρεί την καθολική παρουσία των κατοίκων στο ιστορικό προσκλητήριο της Εθνικής Παλιγγενεσίας.

Mία παρουσία που συνεχίστηκε µε την ίδια θέρµη και στους µεταγενέστερους αγώνες του Eλληνισµού, από την Kρητική Επανάσταση του 1866-69 µέχρι και τον Ελληνοϊταλικό Πόλεµο του 1940-41.

Δηµοσιεύτηκε στον τόµο: Πλάτων 66 (2024) 233-245.

 

 

Προσθέστε το NewsFire.GR στις προτιμώμενες πηγές σας στη Google Δείτε ειδήσεις από συντηρητική σκοπιά στα αποτελέσματα αναζήτησης!
Προσθήκη στη Google
Newsroom
Newsroomhttps://newsfire.gr
Το NewsFire.GR είναι μία ιστοσελίδα που δημιουργήθηκε με την ελπίδα ότι τα ΜΜΕ θα ξαναβρούν την πραγματική τους ταυτότητα που δεν είναι άλλη από την ενημέρωση του κοινού για τα πραγματικά διακυβεύματα των καιρών μας. Η δημοσιογραφία και η πολιτική ανάλυση οφείλουν να ελέγχουν και όχι να υπηρετούν την εξουσία.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.