Η πρόσφατη ανακοίνωση της κυβέρνησης Μητσοτάκη για το πλεόνασμα 11,5 δισεκατομμυρίων ευρώ στον κρατικό προϋπολογισμό, δεδομένη της απόλυτης και σκληρής φορολόγησης δεν απετέλεσε ιδιαίτερη έκπληξη για πολλούς. Έκπληξη ήταν η πολιτική επιλογή να διανεμηθεί ένα μέρος του πλεονάσματος αυτού υπό μορφή επιδομάτων στις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες και παρουσιάζεται ως πράξη κοινωνικής δικαιοσύνης. Ωστόσο, όσο ανακουφιστική και αν είναι για κάποιους μια τέτοια κίνηση σε τακτικό επίπεδο, δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη στρατηγική σκέψη και την αναγκαία εθνική πρόβλεψη.
του Θεόδωρου Γιαννακόπουλου
Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με δύο ιστορικά κρίσιμες προκλήσεις:
την αστάθεια στο περιβάλλον ασφάλειας λόγω της επιθετικής και αναθεωρητικής στάσης της Τουρκίας και, ακόμη πιο απειλητικά, την εθνικά επικίνδυνη υπογεννητικότητα. Το δεύτερο δεν είναι απλώς ένα κοινωνικό φαινόμενο – είναι η ωρολογιακή βόμβα που απειλεί να διαλύσει τη δυνατότητα της χώρας να παράγει πλούτο, να διατηρήσει κοινωνικές υπηρεσίες και, τελικά, να λειτουργήσει ως κυρίαρχο και ανεξάρτητο κράτος.
Η συνεχής μείωση του ενεργού πληθυσμού φέρνει ως φυσικό επακόλουθο τη μείωση της φορολογικής βάσης, την αδυναμία στήριξης του ασφαλιστικού συστήματος και τον εγκλωβισμό της οικονομίας σε στασιμότητα. Αν η -τραγελαφική- λύση ανάσχεσης που προωθείται άτυπα είναι η επιδοτούμενη μετανάστευση, τότε αυτή εγείρει ακόμη σοβαρότερα ζητήματα: κοινωνικής συνοχής, πολιτιστικής συνέχειας και εθνικής ταυτότητας.
Η επιλογή της κυβέρνησης να στραφεί σε επιδοματική πολιτική –για ακόμη μία φορά, μετά τα δεκάδες και κάθε είδους “pass” – γεννά εύλογες απορίες. Είναι ένα μέτρο εξαιρετικά ατελέσφορο, χωρίς διαρθρωτικό αντίκτυπο και με ασαφές δημοσιονομικό όφελος. Αντιθέτως, ενισχύει μια κουλτούρα εξάρτησης και αναπαράγει το πελατειακό μοντέλο, απόλυτα εναρμονισμένο με λογικές ψηφοθηρικού λαϊκισμού. Πρόκειται για μια βραχυπρόθεσμη πολιτική που μπορεί να εξυπηρετεί επικοινωνιακούς στόχους, αλλά δεν αφήνει καμία παρακαταθήκη για το μέλλον.
250 ευρώ κοινωνικό μέρισμα για συνταξιούχους: Ποιες ομάδες δεν θα ωφεληθούν
Η Ιστορία μάς έχει ήδη δείξει τι σημαίνει στρατηγική σκέψη. Μετά τη μάχη του Μαραθώνα το 490 π.Χ., οι Αθηναίοι, έχοντας ανακαλύψει πλούσιο κοίτασμα αργύρου στο Λαύριο, συζητούσαν την εκποίησή του για τη διανομή μερίσματος στους πολίτες. Ο Θεμιστοκλής όμως διέγνωσε τον κίνδυνο της επερχόμενης περσικής απειλής και έπεισε την πόλη να επενδύσει τα κέρδη στην κατασκευή στόλου. Το αποτέλεσμα ήταν η ιστορική νίκη στη ναυμαχία της Σαλαμίνας το 480 π.Χ., που διέσωσε όχι μόνο την Αθήνα αλλά και ολόκληρη την Ελλάδα και εδραίωσε την Αθήνα ως ηγεμονική δύναμη στον ευρύτερο ΝΑ μεσογειακό χώρο.
Το παράδειγμα αυτό είναι επίκαιρο όσο ποτέ. Το πλεόνασμα των 11,5 δισ. ευρώ θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης για την οικοδόμηση ενός νέου εθνικού σχεδίου: δημογραφική ενίσχυση, φορολογικά και κοινωνικά κίνητρα για τεκνοποίηση, ενίσχυση της Εθνικής Άμυνας με εθνική παραγωγή και ενίσχυση των επενδύσεων εντάσεως τεχνολογίας. Όχι με αποσπασματικά επιδόματα, αλλά με υποδομές, ασφάλεια, εργασία και ελπίδα για τις νέες οικογένειες.
Η απόδοση του πλεονάσματος στους πολίτες δεν είναι από μόνη της κατακριτέα. Είναι όμως άστοχη όταν υποκαθιστά το χρέος χάραξης στρατηγικής πολιτικής. Όπως και στην εποχή του Θεμιστοκλή, έτσι και σήμερα, η επιβίωση του έθνους δεν εξαρτάται από το τι “μοιράζουμε”, αλλά από το τι “χτίζουμε”.
English