Σταθερός παρέμεινε ο πληθωρισμός στο 2,9% τον Ιανουάριο του 2026, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της Eurobank Research στο δελτίο “7 Ημέρες Οικονομία”. Η εικόνα από τα “μαλακά” δεδομένα στην αρχή του έτους είναι μικτή.
Συγκεκριμένα, ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ) στην Ελλάδα παρέμεινε σταθερός στο 2,9%, ενώ στην Ευρωζώνη καταγράφηκε σημαντικά χαμηλότερος, στο 1,7%. Αυτό σηματοδοτεί τη διεύρυνση της θετικής διαφοράς πληθωρισμού μεταξύ Ελλάδας και Ευρωζώνης.
Αξιοσημείωτο είναι ότι κατά το εννεάμηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2025, η πραγματική σταθμισμένη συναλλαγματική ισοτιμία της Ελλάδας έναντι της Ευρωζώνης, με βάση τον δείκτη τιμών καταναλωτή, παρουσίασε ετήσια αύξηση 0,8%. Αυτή η εξέλιξη δείχνει μια οριακή επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας σε όρους τιμών, αν και σε σύγκριση με τα προ κρίσης επίπεδα, ο δείκτης δείχνει σημαντική βελτίωση, αποδεικνύοντας ότι οι προσαρμογές των προηγούμενων ετών παραμένουν.
Επιπλέον, σε όρους μοναδιαίου κόστους εργασίας, η ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας ενισχύεται περαιτέρω. Ένας από τους κεντρικούς στόχους της οικονομικής πολιτικής θα πρέπει να είναι η βελτίωση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας, συμπεριλαμβανομένων θεμάτων όπως η γραφειοκρατία, το φορολογικό σύστημα και η καινοτομία, προκειμένου να αυξηθούν οι επενδύσεις και η παραγωγικότητα.
Στο Διάγραμμα 2.1 απεικονίζεται η διαχρονική εξέλιξη του πληθωρισμού στην Ελλάδα και την Ευρωζώνη από τον Ιανουάριο του 2019 έως τον Ιανουάριο του 2026. Στο Διάγραμμα 2.2 παρουσιάζονται οι επιμέρους ομάδες αγαθών και υπηρεσιών και η συμβολή τους στον γενικό δείκτη πληθωρισμού για τον Ιανουάριο του 2026.
Αναλύοντας τις επιμέρους συνιστώσες, η ομάδα των τροφίμων και μη αλκοολούχων ποτών είχε τη μεγαλύτερη συμβολή στην ετήσια μεταβολή του γενικού δείκτη, με 0,9 ποσοστιαίες μονάδες. Ακολούθησαν οι ομάδες ξενοδοχείων-καφέ-εστιατορίων (0,7 π.μ.) και στέγασης, νερού και ενέργειας (0,4 π.μ.), γεγονός που αντικατοπτρίζει τις πιέσεις στο κόστος υπηρεσιών και τις εξελίξεις στις τιμές ενέργειας.
Η συμβολή των ομάδων ένδυσης και υπόδησης, μεταφορών και αναψυχής ήταν θετική αλλά πιο ήπια, με 0,3 π.μ. για τις δύο πρώτες και 0,2 π.μ. για την τελευταία. Αντίθετα, οι ομάδες υγείας, χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και άλλων αγαθών δεν είχαν καμία επίδραση στον ετήσιο ρυθμό μεταβολής του γενικού δείκτη, ενώ η ομάδα ενημέρωσης και επικοινωνίας παρουσίασε αρνητική συμβολή (-0,1 π.μ.).
Η ενίσχυση του ανταγωνισμού στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών είναι κρίσιμη για τη σταδιακή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού. Ταυτόχρονα, η αύξηση των πραγματικών μισθών θα πρέπει να συμβαδίζει με την παραγωγικότητα, ώστε να αποφευχθούν δευτερογενείς πληθωριστικές πιέσεις.
Η επιμονή του πληθωρισμού στις αρχές του έτους συνοδεύεται από μια μικτή εικόνα στα “μαλακά” δεδομένα της ελληνικής οικονομίας, όπως καταγράφεται στον Δείκτη Οικονομικού Κλίματος του ΙΟΒΕ και τον Δείκτη Υπευθύνων Προμηθειών (PMI) μεταποίησης της S&P Global.
Ο δείκτης οικονομικού κλίματος μειώθηκε στις 105,4 μονάδες τον Ιανουάριο του 2026 από 106,9 τον Δεκέμβριο του 2025, παραμένοντας ωστόσο υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Αν και αυτή η τιμή είναι υψηλότερη από τον μακροχρόνιο μέσο όρο, συνιστά σχεδόν δύο χρόνια χαμηλότερη. Η καταναλωτική εμπιστοσύνη παρουσίασε πτώση στις -50,3 μονάδες, από -47,0 τον προηγούμενο μήνα, κυρίως λόγω του επίμονου πληθωρισμού, ενώ θετική ήταν η εικόνα στους δείκτες εμπιστοσύνης στο λιανικό εμπόριο και τις κατασκευές.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της S&P Global, οι συνθήκες στον ελληνικό τομέα μεταποίησης βελτιώθηκαν αισθητά στις αρχές του 2026. Ο εποχικά προσαρμοσμένος Δείκτης Υπευθύνων Προμηθειών (PMI) ανήλθε στις 54,2 μονάδες τον Ιανουάριο του 2026, από 52,9 τον Δεκέμβριο του 2025, καταγράφοντας το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων πέντε μηνών.
Η θετική αυτή εξέλιξη αντανακλά τον ταχύτερο ρυθμό αύξησης της παραγωγής και των νέων παραγγελιών, καθώς και τη συνεχιζόμενη αύξηση της απασχόλησης. Παρά τις δυσκολίες στην αλυσίδα εφοδιασμού, οι επιχειρήσεις ανέφεραν αυξήσεις κόστους λόγω υψηλότερων τιμών μετάλλων και υπηρεσιών μεταφοράς, γεγονός που τους επέτρεψε να μετακυλήσουν το κόστος στους πελάτες.
Η διαμόρφωση του PMI σε επίπεδα πάνω από 50 υποδηλώνει ότι ο τομέας της μεταποίησης διατηρεί θετική αναπτυξιακή πορεία στις αρχές του 2026.
Συνολικά, τον Ιανουάριο του 2026, ο ετήσιος πληθωρισμός (ΕνΔΤΚ) στην Ελλάδα παρέμεινε στο 2,9%, παραμένοντας σταθερός και υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (1,7%). Οι κυριότερες πιέσεις προήλθαν από τα τρόφιμα και τις υπηρεσίες, ενώ άλλες ομάδες παρουσίασαν περιορισμένες ή αρνητικές συνεισφορές.
Η θετική διαφορά του πληθωρισμού μεταξύ Ελλάδας και Ευρωζώνης προκύπτει από την οριακή επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας, όπως δείχνει η ετήσια αύξηση της σχετικής πραγματικής σταθμισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας κατά 0,8% το εννεάμηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2025. Ωστόσο, σε σύγκριση με τα προ κρίσης επίπεδα, η ανταγωνιστικότητα παραμένει σημαντικά βελτιωμένη, κυρίως σε όρους μοναδιαίου κόστους εργασίας.
Τα “μαλακά” δεδομένα δείχνουν μια μικτή εικόνα στην αρχή του έτους: ο δείκτης οικονομικού κλίματος υποχώρησε, αλλά παραμένει υψηλότερος από τον μακροχρόνιο μέσο όρο, ενώ ο δείκτης PMI μεταποίησης καταγράφει βελτίωση στις λειτουργικές συνθήκες, υποδηλώνοντας τη διατήρηση της θετικής δυναμικής στον τομέα αυτό.
English
