Χρειάστηκα ένα υπολογιστικό φύλλο με εξακόσιους τύπους, μεγέθυνση των ψιλών γραμμάτων της έκτης σελίδας ενός συμβολαίου και διασταύρωση με δημοσιευμένα στοιχεία της χονδρεμπορικής αγοράς, για να απαντήσω σε ένα ερώτημα που θα έπρεπε να απαντιέται σε δέκα δευτερόλεπτα: με χρέωσαν σωστά;
Η απάντηση ήταν ναι. Και αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Σε μια λειτουργική αγορά, η νομιμότητα της χρέωσης δεν επαληθεύεται με ερευνητική εργασία.
Τι πληρώνετε πραγματικά
Πάρτε έναν τυπικό καλοκαιρινό λογαριασμό των 432 ευρώ. Η ενέργεια που πράγματι αγοράσατε από τον πάροχο που επιλέξατε είναι τα 240. Τα υπόλοιπα 192, το 44,6% του λογαριασμού, δεν τα επιλέξατε ποτέ: χρεώσεις δικτύων, Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας, ΕΤΜΕΑΡ, ειδικός φόρος κατανάλωσης, ΦΠΑ, δημοτικά τέλη, τέλος ακίνητης περιουσίας, χρέωση ΕΡΤ. Είναι πανομοιότυπα όποιον πάροχο κι αν διαλέξετε.
Μόνο οι ΥΚΩ και το ΕΤΜΕΑΡ, δηλαδή αμιγώς πολιτικές αποφάσεις, καταλαμβάνουν το 19% του λογαριασμού. Το δημοτικό σκέλος άλλο 10%. Ο δήμος και το κράτος εισπράττουν μέσω του ρεύματος επειδή είναι βολικό, και ο καταναλωτής μένει με την εντύπωση ότι τον χρεώνει ο πάροχος.
Οι παγίδες που δεν φαίνονται
Το τιμολόγιο που εξέτασα υπολογίζει την τιμή ως 1,21 × τη μέση χονδρεμπορική τιμή του προηγούμενου μήνα + 35 ευρώ ανά μεγαβατώρα, χωρίς ανώτατο όριο. Ο συντελεστής 1,21 σημαίνει ότι κάθε ευρώ ανόδου της χονδρικής γίνεται 1,21 ευρώ στον λογαριασμό. Ο καταναλωτής δεν εκτίθεται απλώς στην αγορά· εκτίθεται με μόχλευση.
Πάνω σε αυτό στοιβάζονται τέσσερα ακόμη επίπεδα αδιαφάνειας. Έκπτωση συνέπειας που αίρεται αναδρομικά για ολόκληρο μήνα αν αργήσετε τρεις μέρες. Έκπτωση υποδοχής που διαρκεί εξήντα ημέρες και είναι θαμμένη στο άρθρο 2.4 των ειδικών όρων. Κλιμακωτές χρεώσεις ΥΚΩ όπου η κιλοβατώρα πάνω από ένα όριο κοστίζει δώδεκα φορές περισσότερο από την προηγούμενη, χωρίς αυτό να αναγράφεται πουθενά προκαταβολικά. Και χρέωση ισχύος σε kVA που ελάχιστοι γνωρίζουν ότι πληρώνουν.
Κανένα από αυτά δεν είναι παράνομο. Όλα μαζί καθιστούν την πρόβλεψη αδύνατη — και η πρόβλεψη είναι η προϋπόθεση του ανταγωνισμού. Χωρίς αυτήν, η «απελευθερωμένη αγορά ενέργειας» είναι μια λοταρία με νομικά άψογους όρους.
Το νούμερο που δεν θα ακουστεί από το βήμα
Στη Θεσσαλονίκη θα ακούσουμε ποσοστά ανάπτυξης, επενδύσεις σε ΑΠΕ, μερίδια πράσινης ενέργειας. Δεν θα ακουστεί ένας δείκτης: πόσοι πολίτες μπορούν να προβλέψουν τον επόμενο λογαριασμό τους με απόκλιση μικρότερη του 10%.
Υποψιάζομαι ότι το ποσοστό είναι μονοψήφιο. Και είναι ο μόνος δείκτης που μετράει, γιατί ένας καταναλωτής που δεν προβλέπει δεν συγκρίνει, και ένας καταναλωτής που δεν συγκρίνει δεν πειθαρχεί καμία αγορά.
Τι κάνουν αλλού — και δουλεύει
Αυστραλία: η τιμή αναφοράς. Η ρυθμιστική αρχή ορίζει ετησίως μια τιμή αναφοράς ανά περιοχή. Κάθε προσφορά είναι υποχρεωμένη να διαφημίζεται ως ποσοστιαία απόκλιση από αυτήν. Ο καταναλωτής δεν συγκρίνει είκοσι δομές χρεώσεων· συγκρίνει «−8%» με «+3%». Ένα νούμερο, συγκρίσιμο, υποχρεωτικό.
Γερμανία και Ολλανδία: ίσες μηνιαίες δόσεις. Πληρώνετε το ίδιο ποσό κάθε μήνα και μία φορά τον χρόνο γίνεται εκκαθάριση. Το συνολικό κόστος δεν αλλάζει. Εξαφανίζεται όμως το σοκ του Αυγούστου, και ο πάροχος αποκτά σταθερή ταμειακή ροή. Κανείς δεν χάνει.
Ευρωπαϊκή Οδηγία 2019/944: το μονοσέλιδο. Προβλέπει ήδη υποχρεωτική περίληψη βασικών όρων. Στην πράξη έχει καταντήσει άλλη μια σελίδα του φακέλου. Χρειάζεται τυποποιημένη μορφή, μία σελίδα, με τη διάρκεια κάθε έκπτωσης σε έντονη γραφή δίπλα στην τιμή που διαφημίζεται.
Βέλγιο: έλεγχος των τύπων τιμαριθμοποίησης. Μετά την ενεργειακή κρίση, οι φόρμουλες των κυμαινόμενων προϊόντων υπόκεινται σε εποπτεία ως προς τη διαφάνεια και τους δείκτες που χρησιμοποιούν. Ένας συντελεστής 1,21 σε οικιακό τιμολόγιο θα απαιτούσε τουλάχιστον δικαιολόγηση.
Τρεις κανόνες θα αρκούσαν για την Ελλάδα: η διαφημιζόμενη τιμή είναι η τιμή, χωρίς αιρέσεις που την αλλάζουν αναδρομικά· καμία έκπτωση χωρίς τη διάρκειά της δίπλα της, στο ίδιο μέγεθος γραμματοσειράς· και πρώτη σελίδα με τρία νούμερα — κιλοβατώρες, τελικό κόστος ανά κιλοβατώρα με όλα μέσα, σύνολο.
Τίποτα από αυτά δεν πλήττει τους παρόχους. Πλήττει μόνο όσους στηρίζουν το κέρδος τους στη σύγχυση.
Και το ερώτημα του λιγνίτη
Θα ήταν χαμηλότεροι οι λογαριασμοί αν δεν είχε γίνει η βεβιασμένη απολιγνιτοποίηση; Η απάντηση απαιτεί αριθμούς, όχι συνθήματα.
Το οριακό κόστος μιας μονάδας φυσικού αερίου με το TTF στα 49 ευρώ, όπως τον Ιούλιο, ήταν περίπου 120 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Στα τέλη Αυγούστου, με το TTF να πλησιάζει τα 70, εκτινάχθηκε κοντά στα 155. Το οριακό κόστος λιγνίτη, με καύσιμο περίπου 20 ευρώ και δικαιώματα CO₂ στα 80,6 ευρώ ο τόνος, διαμορφώνεται γύρω στα 110-115 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Το συμπέρασμα είναι αμήχανο για όλες τις πλευρές: ο λιγνίτης δεν είναι φθηνότερος του αερίου — είναι σταθερότερος. Σε μήνες ήπιων τιμών δεν προσφέρει τίποτα. Σε μήνες σαν τον Αύγουστο του 2026, διαθέσιμη λιγνιτική ισχύς θα έκοβε 30 με 40 ευρώ από την οριακή τιμή στις ώρες αιχμής.
Σε ετήσια βάση, ένα σενάριο με τρία γιγαβάτ διαθέσιμου λιγνίτη θα μείωνε τη μέση χονδρική κατά 5 έως 10 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Για νοικοκυριό με 10.000 κιλοβατώρες τον χρόνο, αυτό μεταφράζεται σε 50 έως 100 ευρώ ετησίως, δηλαδή 3% έως 6% του λογαριασμού.
Είναι πραγματικά χρήματα. Δεν είναι όμως η εξήγηση των υψηλών τιμών, και όποιος το υποστηρίζει παραπλανά. Αν τα δικαιώματα CO₂ ανέβουν στα 93 ευρώ, όπως προβλέπεται για το 2027, το πλεονέκτημα μηδενίζεται μόνο του.
Το πραγματικό κόστος της βιασύνης δεν ήταν χρηματικό. Ήταν το ότι κλείσαμε μονάδες πριν στηθεί το εναλλακτικό σύστημα, φτάνοντας να πληρώνουμε μηχανισμούς επάρκειας και εισαγόμενο αέριο για να καλύψουμε το κενό — και ότι χιλιάδες εργαζόμενοι στη Δυτική Μακεδονία πλήρωσαν τον λογαριασμό μιας μετάβασης που ονομάστηκε δίκαιη πριν αποδειχθεί τέτοια.
Η ενεργειακή πολιτική δεν κρίνεται σε ποσοστά ΑΠΕ. Κρίνεται στο αν ο πολίτης καταλαβαίνει τι πληρώνει και γιατί. Σε αυτό, το 2026 μας βρίσκει χειρότερα από το 2019.
English