Σοκ στους πιστούς από την αναγνώριση αιρετικής και γυναικείας «ιεροσύνης» στην Ιερουσαλήμ. Αποτελεί προδοσία του Χριστού και της Εκκλησίας, σύμφωνα με το Τας Θύρας.
Όπως αναφέρει το Τας Θύρας, στην Αγία Πόλη της Ιερουσαλήμ, όπου το Αίμα του Χριστού έλυτρώσε τον κόσμο και όπου ο Πανάγιος Τάφος φυλάσσει το Μυστήριο της Αναστάσεως, πραγματοποιήθηκε μια πράξις που προδίδει τον ίδιο τον Χριστό: η αναγνώριση μιας ανυποστάτου ιεροσύνης, ιδίως μιας γυναίκας αιρετικής ως «αρχιεπισκόπου».
Παραβίαση των Αποστολικών Κανόνων
Η πράξις αυτή αποτελεί τραύμα για την Εκκλησία και παραβίαση των Αποστολικών Κανόνων, οι οποίοι από τους πρώτους αιώνες διεφύλαξαν την καθαρότητα της Πίστεως.
Όταν ένας Ποιμήν, κληθείς να είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας», αναγνωρίζει ως έγκυρον μια ιεροσύνην την οποία η Εκκλησία ποτέ δεν χορήγησε, δεν περιπίπτει μόνον εις αίρεσιν, αλλά προδίδει και τον ίδιον τον Χριστόν, ο Οποίος είναι η Ενσάρκωτος Αλήθεια.
Η ιεροσύνη ως θείον δώρον αποκλειστικό στους άνδρας
Η Ιεροσύνη είναι θείον δώρον, και η Εκκλησία ούτε αναγνωρίζει ιεροσύνην στους αιρετικούς, ούτε δέχεται γυναικείαν ιεροσύνην. Η Εκκλησία είναι το Μυστικόν Σώμα του Χριστού, και η Ιεροσύνη είναι σφραγίς εκτυπωθείσα διά του Μυστηρίου της Ιεροσύνης, μεταδιδομένη διά της αδιακόπου Αποστολικής Διαδοχής.
Η πατερική διδασκαλία και οι ιεροί Κανόνες της Εκκλησίας θεώρησαν πάντοτε την Ιεροσύνην ως προορισμένην για τους άνδρας, συμφώνως προς την πράξιν των Αποστόλων, οίτινες εξέλεξαν μόνον άνδρας μεταξύ των Δώδεκα, και διότι η Ενανθρώπησις του Λόγου επραγματοποιήθη εν ανδρικώ σώματι.
Εάν μια γυνή «χειροτονηθῇ», η πράξις είναι άκυρος· δεν υφίσταται ιεροσύνη, αλλά προσποίησις.
Ο 46ος Αποστολικός Κανών και οι συνέπειες
Ο 46ος Αποστολικός Κανών διακηρύσσει σαφώς: «Επίσκοπον, ή πρεσβύτερον, αιρετικών δεξάμενον βάπτισμα, ή θυσίαν, καθαιρείσθαι προστάσσομεν. Τίς γαρ συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαρ;» (βλ. Β΄ Κορ. 6,15).
Ο Κανών αυτός δεν καταδικάζει μόνον την αίρεσιν καθ’ εαυτήν, αλλά και πάν πρόσωπον που την νομιμοποιεῖ. Εάν επίσκοπος δεχθῇ την θυσίαν ή το βάπτισμα από αιρετικόν, χάνει το αξίωμά του. Κατά τον αυτόν τρόπον, όποιος δέχεται και αναγνωρίζει ως έγκυρον μια ιεροσύνην την οποίαν η Εκκλησία πάντοτε απέρριπτε, εκτίθεται εις καθαίρεσιν.
Η Ιερουσαλήμ ως σύμβολον της ακλονήτου πίστεως
Η Ιερουσαλήμ είναι το σύμβολον της αকλονήτου Πίστεως. Εδώ ο Άγιος Πέτρος εκήρυξε την πρώτην Πεντηκοστήν, εδώ ο Άγιος Ιάκωβος προήδρευσε της πρώτης Αποστολικής Συνόδου, εδώ ο Χριστός έχυσε το Αίμά Του για την Εκκλησίαν.
Εάν ένας Πατριάρχης – διάδοχος των Αποστόλων – απομακρύνεται από την διδασκαλίαν που παρεδόθη εις τον άγιον τούτον τόπον, προδίδει την αποστολήν που του ενεπιστεύθη η Εκκλησία και προδίδει και αρνείται τον Χριστόν. Ο Άγιος Παῦλος προειδοποιεῖ: «Αλλά και εάν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίζηται υμίν παρ’ ο ευηγγελισάμεθα υμίν, ανάθεμα έστω» (Γαλ. 1,8).
Φυλάττειν την παραδοθείσαν πίστιν
Το Πατριαρχείον Ιεροσολύμων ήρνήθη τον Χριστόν, διότι τούτο συνιστά αμάρτημα κατά του Θεού. Ο Χριστός είναι η αυτή Αλήθεια. Όποιος αρνείται τους Κανόνας, αρνείται τον Χριστόν.
Ο Άγιος Κυπριανός Καρχηδόνος, διδάσκων περί της ενότητος του επισκοπάτου, τονίζει ότι η εκκλησιαστική κοινωνία θεμελιώνεται εις την πιστότητα προς την πειθαρχίαν της Εκκλησίας· όποιος απομακρύνεται απ’ αυτήν, χωρίζεται από το Σώμα που αυτή διαφυλάσσει.
Η Ιερουσαλήμ είναι η καρδία της Πίστεώς μας, και εάν ο Ποιμήν της απομακρύνεται από την παραδοθείσαν Αλήθειαν, είμεθα κεκλημένοι να αγρυπνούμε. Ο Άγιος Παῦλος προτρέπει: «Επαγωνίζεσθε τῇ άπαξ παραδοθείσῃ τοις αγίοις πίστει» (Ιούδα 3).
Δεν είναι σχίσμα, αλλά πιστότης προς την Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν, το να διαφυλάττουμε την Ιεροσύνην όπως παρελήφθη από τους Αγίους Αποστόλους. Εἴθε ο Θεός να χαρίζῃ στη Χριστιανοσύνη την δύναμιν να παραμένει πιστή, ακόμη και όταν οι Ποιμένες πλανώνται.
Πηγή: Τας Θύρας
English