Σήμερα, 19 Μαΐου, ο Ποντιακός Ελληνισμός θυμάται. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι που χάθηκαν μέσα σε λίγα χρόνια, σε μια συστηματική προσπάθεια εξαφάνισης ενός αρχαίου πολιτισμού από τα παράλια του Ευξείνου Πόντου. Ο αριθμός των νεκρών φτάνει τους 353.000 , σύμφωνα με ιστορικές καταγραφές.
Δεν πρόκειται για παράπλευρες απώλειες πολέμου, αλλά για οργανωμένες διώξεις που ξεκίνησαν από το 1914 και κορυφώθηκαν μετά το 1919.
Οι διώξεις ξεκίνησαν από το καθεστώς των Νεότουρκων και συνεχίστηκαν από τις δυνάμεις του Μουσταφά Κεμάλ.
Πρώτα ήρθαν τα τάγματα εργασίας, τα γνωστά αμελέ ταμπουρού, όπου οι άνδρες εξαντλούνταν μέχρι θανάτου. Ακολούθησαν οι συλλήψεις ηγετικών στελεχών, πνευματικών ανθρώπων και κληρικών. Στη συνέχεια, οι λευκές πορείες προς την έρημο, όπου γυναικόπαιδα και ηλικιωμένοι πέθαιναν από πείνα, δίψα και κακουχίες.
Η Άγκυρα εξακολουθεί να αρνείται τα γεγονότα. Αντί για αποδοχή, προβάλλει μια επίσημη πολιτική λήθη και χρησιμοποιεί διπλωματικά μέσα για να αποτρέψει αναγνωρίσεις από κοινοβούλια και διεθνείς οργανισμούς. Την ίδια ώρα, έννοιες όπως η «Γαλάζια Πατρίδα» θυμίζουν σε πολλούς την ίδια λογική που οδήγησε στις σφαγές πριν από έναν αιώνα.
Η 19η Μαΐου δεν επιλέχθηκε τυχαία. Στις 19 Μαΐου 1919 ο Κεμάλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα, σηματοδοτώντας την έναρξη της πιο βίαιης φάσης των διώξεων. Από τότε, η ημερομηνία αυτή καθιερώθηκε ως Ημέρα Μνήμης, πρώτα από την Ελλάδα το 1994 και αργότερα από άλλες χώρες και πολιτείες.
Η Γενοκτονία των Ποντίων δεν στάθηκε μόνη. Παράλληλα εξελίχθηκαν και άλλες διώξεις εναντίον Αρμενίων και Ασσυρίων, σε μια ευρύτερη προσπάθεια ομογενοποίησης της περιοχής. Οι επιζώντες κατέφυγαν σε διάφορα μέρη, πολλοί στην Ελλάδα, όπου μετέφεραν τη γλώσσα, τους χορούς και τις παραδόσεις τους. Σήμερα, η διατήρηση αυτής της κληρονομιάς λειτουργεί ως μορφή αντίστασης στη λήθη.
Το ζήτημα παραμένει ανοιχτό στο διεθνές δίκαιο. Οργανώσεις όπως η Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών έχουν αναγνωρίσει τα γεγονότα, όμως η πλήρης διεθνής καταδίκη και η αποδοχή ευθυνών από την τουρκική πλευρά ακόμα λείπουν. Για τους απογόνους, η μνήμη των 353.000 δεν είναι απλώς ιστορικό γεγονός, αλλά χρέος προς το παρελθόν και προϋπόθεση για ένα μέλλον χωρίς επανάληψη παρόμοιων εγκλημάτων.
Μετά το βίντεο διαβάστε για τα φοβερά και τρομερά Αμελέ Ταμπουρού. Δεν ξεχνάμε!
Νέο βίντεο συγκλονίζει για τη Γενοκτονία των Ποντίων – Η μνήμη μεταδίδεται στις νέες γενιές
Μια οικογένεια στέκεται μπροστά στο μνημείο της Γενοκτονίας στον Πειραιά. Αγγίζει χώμα από τον Πόντο, μυρίζει αμάραντα που ξυπνούν μνήμες και κρατά σφιχτά τα παιδιά της. Το νέο βίντεο που δημιούργησε ο Σύλλογος Ποντίων Καματερού «Δημήτριος Ψαθάς» μεταφέρει με ένταση αυτή την εικόνα, λίγο πριν από την 19η Μαΐου.
Το έργο ενώσει το παρελθόν με το παρόν. Δείχνει τον πόνο του ξεριζωμού, αλλά και την αντοχή της ποντιακής ψυχής. Μέσα από σύγχρονες εικόνες και παραδοσιακά στοιχεία, αφηγείται πώς η μνήμη περνά από γενιά σε γενιά και παραμένει ζωντανή.
Στο βίντεο πρωταγωνιστούν σύμβολα όπως η ποντιακή λύρα και ο αετός του Πόντου. Ένα παιδί επτά ετών παίζει λύρα, ενώ ένα νεογέννητο συμβολίζει τη συνέχεια. Οι δημιουργοί χρησιμοποίησαν χώμα και λουλούδια από τον Πόντο, δίνοντας ακόμα μεγαλύτερο βάρος στον συμβολισμό.
Οι Βασίλης Καρυοφυλλίδης και Ερωτόκριτος Σαββίδης υπέγραψαν το έργο. Ο πρώτος, χοροδιδάσκαλος του Συλλόγου, τονίζει ότι η οικογένεια του Σπύρου Πετρίδη συμμετείχε ενεργά. «Θέλαμε να δείξουμε ότι μέσα από την οικογένεια κρατάμε τη μνήμη άσβεστη», εξηγεί. Επέλεξαν μοντέρνα στοιχεία και καθημερινές εικόνες ακριβώς για να συνδέσουν το σήμερα με το χθες.
Τα γυρίσματα έγιναν σε συμβολικούς χώρους: στο μνημείο «Πυρρίχιο Πέταγμα» στην πλατεία Αλεξάνδρας στον Πειραιά, στο Μουσείο Προσφυγικού Ελληνισμού της ΑΕΚ και σε άλλα σημεία με σύγχρονη αισθητική. Το τραγούδι «Penthos» του Yüksel Baltacı, ο οποίος κατάγεται από το Κατωχώρι Τραπεζούντας, πλαισιώνει το βίντεο.
Από την πλευρά του, ο Ερωτόκριτος Σαββίδης, δημιουργός και παραγωγός, αναφέρει ότι το ζευγάρι στο βίντεο ανατρέχει στη δύσκολη διαδρομή των Ποντίων. «Είμαστε οι συνεχιστές αυτής της ιστορίας. Δεν θα την ξεχάσουμε ποτέ, ούτε εμείς ούτε τα παιδιά μας», λέει χαρακτηριστικά.
Το έργο αποτελεί αφιέρωμα στα 353.000 θύματα της κεμαλικής θηριωδίας. Ο πρόεδρος του Συλλόγου, Βασίλης Κωστελίδης, το χαρακτηρίζει εξαιρετικό και συγκλονιστικό για την ημέρα της μνήμης. Ελπίζει να φτάσει στη νεολαία και να ενισχύσει την προσπάθεια για διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Το βίντεο υπενθυμίζει ότι ο Πόντος συνεχίζει να ζει μέσα από τους ανθρώπους του, τις ιστορίες τους και την καθημερινή τους στάση. Δεν μένει μόνο στο παρελθόν, αλλά μετατρέπεται σε κληρονομιά που παραδίδεται στις επόμενες γενιές.
Βίντεο
Αμελέ Ταμπουρού: Η φρίκη των «Ταγμάτων Εργασίας» που μετατράπηκαν σε τόπους εξόντωσης
Μια αναλυτική προσέγγιση της καταναγκαστικής εργασίας μη μουσουλμάνων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη μεταγενέστερη περίοδο (1914-1923)
Τα αμελέ ταμπουρού , ή Τάγματα Εργασίας, αποτέλεσαν μία από τις πιο σκληρές μεθόδους μεταχείρισης των μη μουσουλμανικών πληθυσμών στην τελευταία φάση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επίσημα προορίζονταν για υποστήριξη του στρατού στα μετόπισθεν, στην πραγματικότητα όμως εξελίχθηκαν σε συστήματα καταναγκαστικής εργασίας με υψηλότατο ποσοστό θνησιμότητας.
Η δημιουργία και η λειτουργία τους
Τα τάγματα συγκροτήθηκαν κυρίως μετά το 1914, με την είσοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Με ειδικούς νόμους, άρρενες μη μουσουλμάνοι – κυρίως Έλληνες, Αρμένιοι και Εβραίοι – ηλικίας 15 έως 48 ετών, καλούνταν να υπηρετήσουν όχι σε μάχιμες μονάδες αλλά σε άοπλες εργατικές. Αρκετοί μουσουλμάνοι υπηρέτησαν επίσης, όμως η συντριπτική πλειοψηφία στα συγκεκριμένα τάγματα ήταν Χριστιανοί.
Οι εργασίες περιλάμβαναν:
– Κατασκευή και συντήρηση δρόμων
– Εργασίες σε ορυχεία και λατομεία
– Μεταφορά υλικών
– Γεωργικές εργασίες σε δύσκολες συνθήκες
Οι συνθήκες ήταν εξαιρετικά σκληρές. Οι άνδρες δούλευαν με ελάχιστο φαγητό και νερό, χωρίς κατάλληλο ρουχισμό ή ιατρική περίθαλψη. Φυλακές, ξυλοδαρμοί, αρρώστιες (τυφοειδής πυρετός, χολέρα) και το κρύο οδηγούσαν σε μαζικούς θανάτους. Μαρτυρίες αναφέρουν ότι σε ορισμένες περιοχές, όπως κοντά στο Ισλαχιγιέ, το ποσοστό θνησιμότητας έφτανε το 80%.
Οι αριθμοί και οι επιπτώσεις
Ιστορικές εκτιμήσεις, βασισμένες σε γερμανικά διπλωματικά έγγραφα και μεταγενέστερες έρευνες, υπολογίζουν ότι μέχρι το τέλος του 1918 έχασαν τη ζωή τους περίπου 250.000 Έλληνες στα τάγματα αυτά. Μόνο μέχρι το 1917, περισσότεροι από 200.000 Έλληνες είχαν καταταγεί, με πολλούς να πεθαίνουν από κακομεταχείριση, πείνα και ασθένειες.
Στον Πόντο και τη Μικρά Ασία, οι διώξεις εντάθηκαν μετά το 1919, κατά την κεμαλική περίοδο. Οι επιβιώσαντες ήταν ελάχιστοι. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Ηλία Βενέζη (τότε 18 ετών), ο οποίος από τους 3.000 Αϊβαλιώτες που κατατάχθηκαν στο τάγμα του, επέζησαν μόνο 23. Το βιβλίο του «Το νούμερο 31328» παραμένει μία από τις πιο γνωστές μαρτυρίες.
Δομή και διαχείριση
Τα τάγματα δεν ήταν ενιαία. Υπήρχαν διαφορετικά τάγματα ανά στρατιωτική διοίκηση (π.χ. 1ης Στρατιάς, 9ου Σώματος). Σε ορισμένα υπηρετούσαν μόνο Έλληνες ή μόνο Αρμένιοι, ενώ σε άλλα μικτοί πληθυσμοί. Οι φύλακες συχνά επέβαλλαν τιμωρίες και αυθαίρετες εκτελέσεις. Η πρακτική συνεχίστηκε και μετά το 1918, ιδίως κατά την ελληνοτουρκική σύγκρουση του 1919-1922.
Ιστορικό πλαίσιο και σημασία
Τα αμελέ ταμπουρού εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο των διώξεων κατά των χριστιανικών πληθυσμών. Αποτέλεσαν τρόπο να αποδυναμωθούν οι κοινότητες, αφαιρώντας τους τους ικανούς για αντίσταση άνδρες, ενώ παράλληλα εξυπηρετούσαν ανάγκες του πολέμου. Παρόμοιες μέθοδοι εφαρμόστηκαν και σε άλλες μειονότητες.
Σήμερα, οι ιστορικοί μελετούν τα τάγματα αυτά μέσα από μαρτυρίες επιζώντων, διπλωματικά αρχεία και έρευνες. Δεν υπάρχουν πλήρεις επίσημες κατάλογοι θυμάτων, γεγονός που δυσκολεύει τον ακριβή υπολογισμό. Ωστόσο, η συστηματική φύση της καταναγκαστικής εργασίας και το υψηλό ποσοστό θανάτων καταγράφονται ως βασικό στοιχείο των γεγονότων της περιόδου 1914-1923.
Η μνήμη των ανθρώπων που πέρασαν από τα αμελέ ταμπουρού παραμένει ζωντανή μέσα από οικογενειακές ιστορίες και ιστορικές μελέτες.
English