Φόβοι για μεγάλες αυξήσεις στα τρόφιμα! Μια νέα έρευνα της Rabobank φέρνει έντονη προειδοποίηση για σημαντικές ανατιμήσεις στα τρόφιμα που θα χτυπήσουν άμεσα τα νοικοκυριά σε όλη την Ευρώπη.
Αν μέχρι σήμερα ο πληθωρισμός πίεζε κυρίως τις τιμές της ενέργειας, των καυσίμων και των μεταφορών, οι αναλυτές εκτιμούν ότι σύντομα το αυξημένο κόστος θα περάσει και στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Σύμφωνα με τη Rabobank, μέχρι τα Χριστούγεννα ο πληθωρισμός στα τρόφιμα θα έχει γίνει ιδιαίτερα αισθητός στα πορτοφόλια των Ευρωπαίων.
Στην Ελλάδα η πίεση είναι ήδη εμφανής. Δεν χρειάζεται να περιμένουμε το τέλος του έτους. Εδώ και αρκετούς μήνες ο πληθωρισμός στα μη επεξεργασμένα τρόφιμα κινείται με πολύ υψηλότερους ρυθμούς από τον γενικό δείκτη.
Τον Απρίλιο έφτασε το 10% σε ετήσια βάση, τη στιγμή που ο γενικός εναρμονισμένος πληθωρισμός διαμορφωνόταν στο 4,6% και ο εθνικός στο 5,4%. Στο ίδιο διάστημα, τα επεξεργασμένα τυποποιημένα τρόφιμα παρουσίασαν αύξηση μόλις 0,8%.
Ωρολογιακή βόμβα τα λιπάσματα
Πέρα από τους τραπεζικούς αναλυτές, και οι Ευρωπαίοι παραγωγοί κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τις τιμές των τροφίμων. Μία από τις μεγαλύτερες πηγές ανησυχίας παραμένει το κόστος και η διαθεσιμότητα των λιπασμάτων.
Η Ευρώπη παράγει τα δικά της αζωτούχα λιπάσματα, όμως βασίζεται σε εισαγόμενο φυσικό αέριο για την παραγωγή τους. Αφότου το Ιράν έκλεισε τα Στενά του Ορμούζ, σε απάντηση στις αμερικανο-ισραηλινές επιθέσεις, οι τιμές του φυσικού αερίου έχουν εκτοξευθεί κατά 59%, ενώ ορισμένων λιπασμάτων κατά 50%.
Όπως επισημαίνει ανάλυση στο Politico Europe, η ωρολογιακή βόμβα των λιπασμάτων απειλεί να εκτοξεύσει τις τιμές των τροφίμων στην Ευρώπη.
Στη Γερμανία, για παράδειγμα, η ουρία –το πιο διαδεδομένο λίπασμα– πωλείται πλέον γύρω στα 550 ευρώ τον τόνο, από περίπου 370 ευρώ πριν από τον πόλεμο, σημειώνοντας αύξηση 48%. Παρόμοια εικόνα παρουσιάζουν και οι διεθνείς χρηματιστηριακές τιμές των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης.
Τον Απρίλιο η ουρία ξεπέρασε τα 700 δολάρια τον τόνο, έναντι 465 δολαρίων πριν από την κρίση. Με την ελπίδα για διαπραγματεύσεις ΗΠΑ-Ιράν, η τιμή έχει υποχωρήσει κοντά στα 550 ευρώ, παραμένει όμως πάνω από 15% υψηλότερη σε σχέση με πέρυσι, ενώ η αβεβαιότητα συνεχίζεται.
Ψίχουλα οι επιδοτήσεις για λιπάσματα
Οι καταναλωτές θα νιώσουν πρώτα τις επιπτώσεις από τα καύσιμα μέχρι το τέλος του καλοκαιριού. Το μεγαλύτερο πλήγμα από τα λιπάσματα αναμένεται αργότερα, όπως σημειώνουν οι αναλυτές. Στην Ελλάδα, οι αγρότες εκφράζουν ανησυχία για το αν θα προμηθευτούν επαρκείς ποσότητες λιπασμάτων για την καλλιεργητική περίοδο του φθινοπώρου.
Οι κρατικές επιδοτήσεις 15% για αγορές μέχρι τον Αύγουστο χαρακτηρίζονται ανεπαρκείς από τους παραγωγούς, καθώς οι ανατιμήσεις στα αζωτούχα λιπάσματα είναι πολύ μεγαλύτερες.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή συνδέεται με την τιμή του ψωμιού στο τραπέζι μας μέσα από μια αργή αλυσίδα: το φυσικό αέριο γίνεται λίπασμα, τα λιπάσματα θρέφουν τις καλλιέργειες και οι σοδειές φτάνουν στον καταναλωτή. Ο πλήρης κύκλος διαρκεί μήνες.
Όπως δήλωσε ο Ντέιβιντ Λαμπόρντ, επικεφαλής του Τμήματος Αγροδιατροφικής Οικονομίας στην Οργάνωση Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ (FAO), τα περισσότερα τρόφιμα που βρίσκονται σήμερα στα ράφια παράχθηκαν με πρώτες ύλες που είχαν αγοραστεί ή συμβολαιοποιηθεί πριν κλιμακωθεί πλήρως η κρίση.
Αυτό εξηγεί γιατί οι τιμές στα συσκευασμένα προϊόντα δεν έχουν ακόμα απογειωθεί. Το ερώτημα όμως δεν είναι αν θα υπάρξουν νέες αυξήσεις, αλλά πότε και σε ποιο μέγεθος.
Οι περισσότερες ευρωπαϊκές εταιρείες τροφίμων διαπραγματεύονται τις τιμές σε ετήσια βάση, γι’ αυτό και οι μετακυλίσεις δεν γίνονται άμεσα. Οι τελικές συμφωνίες μεταξύ προμηθευτών και λιανεμπόρων θα κρίνουν την εικόνα των επόμενων μηνών. Σύμφωνα με τη RaboResearch, ένα νέο κύμα πληθωρισμού μπορεί να οδηγήσει σε μείωση των αγορών και της κίνησης στην εστίαση.
Όταν τα λιπάσματα γίνουν πολύ ακριβά, οι αγρότες συχνά μειώνουν τις ποσότητες ή στρέφονται σε λιγότερο εντατικές καλλιέργειες. Αυτό μεταφράζεται σε χαμηλότερες αποδόσεις με κάποια χρονική καθυστέρηση και, τελικά, σε υψηλότερες τιμές στα φρέσκα προϊόντα.
Ο Μάξιμο Τορέρο, επικεφαλής οικονομολόγος της FAO, δεν εμφανίζεται αισιόδοξος. Οι αυξήσεις μέχρι στιγμής ήταν σχετικά μέτριες και οφείλονται κυρίως στις υψηλότερες τιμές πετρελαίου, ενώ μετριάζονται από την άφθονη παγκόσμια προσφορά σιτηρών.
Ωστόσο, αν η κρίση στη Μέση Ανατολή παραταθεί, το υψηλό κόστος εισροών και τα ήδη χαμηλά περιθώρια κέρδους θα αναγκάσουν τους αγρότες να πάρουν δύσκολες αποφάσεις που θα επηρεάσουν τις σοδειές για το υπόλοιπο του 2026 και το 2027.
English