Με μια απόφαση-βόμβα, το Ελεγκτικό Συνέδριο ανατρέπει ριζικά τον χάρτη των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων στο Δημόσιο για όσους έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα για κακούργημα. Το Δικαστήριο, εξετάζοντας μια εκκρεμή υπόθεση, αποφάσισε ότι το κράτος δεν μπορεί πλέον να αφαιρεί τη σύνταξη από πολίτες ως επιπλέον τιμωρία για τις πράξεις τους.
Η υπόθεση που οδήγησε σε αυτήν την ιστορική απόφαση αφορούσε έναν πρώην υπάλληλο, ο οποίος είχε καταδικαστεί αμετάκλητα σε ποινή κάθειρξης 10 ετών και 6 μηνών για κακουργηματικές πράξεις, όπως η ψευδής βεβαίωση και η δωροδοκία. Σύμφωνα με το προηγούμενο καθεστώς, ο υπάλληλος είχε χάσει τη σύνταξή του και θεωρούνταν νομικά “απών”, σαν να είχε πεθάνει. Έτσι, η σύνταξή του είχε μεταβιβαστεί στη σύζυγό του ως “σύνταξη χηρείας”, αφήνοντάς τον χωρίς πόρους επιβίωσης και ιατροφαρμακευτική κάλυψη.
Με την απόφαση 26/2025, η Μείζονα Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου δικαιώνει το αίτημα του πρώην υπαλλήλου για επανακαθορισμό της σύνταξής του, βάζοντας τέλος σε πρακτικές που χρησιμοποιούσαν την κοινωνική ασφάλιση ως εργαλείο “αστικού θανάτου”.
Η ελληνική δικαιοσύνη προχώρησε σε μια τομή που ανατρέπει χρόνια δεδομένα, κρίνοντας ότι η σύνταξη αποτελεί περιουσιακό δικαίωμα που δεν μπορεί να αφαιρεθεί, ακόμα και σε περιπτώσεις σοβαρών ποινικών αδικημάτων.
Η απόφαση επικυρώνει τη συνταγματικότητα του άρθρου 5 παρ. 1 του νόμου 4488/2017. Με τη συγκεκριμένη νομοθετική παρέμβαση, καταργήθηκε το άρθρο 62 του π.δ. 169/2007, το οποίο προέβλεπε την ολοσχερή απώλεια της σύνταξης για όσους καταδικάζονταν αμετάκλητα για αδικήματα όπως η πλαστογραφία και η δωροδοκία κατά του Δημοσίου.
Το Ελεγκτικό Συνέδριο τόνισε ότι η πλήρης στέρηση της σύνταξης και της υγειονομικής περίθαλψης αποτελεί μέτρο ιδιαίτερα επαχθές που θίγει τη φυσική και ψυχική υπόσταση του ανθρώπου. Οι δικαστές έκριναν ότι η σύνταξη νοείται ως συνέχεια του μισθού και ως περιουσιακό στοιχείο, προστατευόμενο από το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).
Η απόφαση, που έγινε γνωστή μέσω της Ένωσης για την Υπεράσπιση της Εργασίας και του Κοινωνικού Κράτους (ΕΝΥΠΕΚΚ), ξεκαθαρίζει ότι η ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά συνδέεται με την υπηρεσιακή κατάσταση του υπαλλήλου (πειθαρχική δίωξη, απόλυση), αλλά δεν μπορεί να επηρεάζει το συνταξιοδοτικό του δικαίωμα, το οποίο έχει θεμελιωθεί με χρόνια υπηρεσίας και καταβολή εισφορών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η απόρριψη της θέσης που υποστήριζε ότι η απόδοση πλήρους σύνταξης σε επίορκους υπαλλήλους παραβιάζει την αρχή της ισότητας έναντι των συνεπών συναδέλφων τους. Αν και υπήρξε πρόταση για συμβιβαστική λύση με μείωση της σύνταξης στα 7/10, η Ολομέλεια έκρινε ότι κάτι τέτοιο θα αποτελούσε αυθαίρετη δικαστική νομοθέτηση και ανεπίτρεπτη επέμβαση στο έργο της νομοθετικής εξουσίας. Το Δικαστήριο αποδέχθηκε τη συνειδητή επιλογή του νομοθέτη να αποσυνδέσει πλήρως το ποινικό σκέλος από το κοινωνικοασφαλιστικό δικαίωμα.
English