Η απόφαση του Εφετείου στη δίκη της Χρυσής Αυγής σηματοδοτεί την ολοκλήρωση ενός δικαστικού κύκλου που άνοιξε πριν από περισσότερο από μία δεκαετία. Με την επιβεβαίωση της ενοχής των κατηγορουμένων και την επανεξέταση των ποινών, η ελληνική Δικαιοσύνη κλείνει μια από τις μεγαλύτερες και πιο φορτισμένες πολιτικά δίκες της μεταπολίτευσης.
Το ζήτημα όμως δεν τελειώνει εδώ. Αντίθετα, η εξέλιξη της υπόθεσης αναδεικνύει μια σειρά από πολιτικές και θεσμικές αντιφάσεις που αξίζουν σοβαρή συζήτηση.
Και αυτό γιατί η υπόθεση της Χρυσής Αυγής δεν ήταν απλώς μια ποινική δίκη. Ήταν ταυτόχρονα ένα πολιτικό γεγονός που επηρέασε την εκλογική νομοθεσία, τη λειτουργία των θεσμών και την ίδια τη σχέση κράτους και δημοκρατίας.
Η ιστορική δίκη και η δικαστική κρίση
Το δικαστήριο επιβεβαίωσε την πρωτόδικη κρίση ότι η Χρυσή Αυγή λειτουργούσε ως εγκληματική οργάνωση. Στο πλαίσιο αυτό καταδικάστηκαν τα βασικά στελέχη της ηγεσίας της, ενώ επιβλήθηκαν ποινές κάθειρξης σε δεκάδες κατηγορουμένους για συμμετοχή ή για συγκεκριμένες επιθέσεις.
Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα αποτέλεσε το σημείο καμπής που ενεργοποίησε την ποινική διερεύνηση και οδήγησε τελικά στη μεγάλη δίκη.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπήρξαν σοβαρά περιστατικά βίας που συνδέθηκαν με στελέχη της οργάνωσης. Αυτό είναι ένα δεδομένο που αποτυπώθηκε και στη δικαστική απόφαση.
Από εκεί και πέρα όμως ξεκινά μια ευρύτερη πολιτική συζήτηση: πώς ακριβώς αντιμετωπίστηκε το φαινόμενο από το πολιτικό σύστημα και κατά πόσο εφαρμόστηκαν οι ίδιοι κανόνες για όλους.
Η σύγκριση που αποφεύγεται: το ΚΚΕ
Στον δημόσιο διάλογο υπάρχει μια σύγκριση που σχεδόν πάντα αποφεύγεται. Η Χρυσή Αυγή χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως κόμμα «εκτός του δημοκρατικού τόξου» λόγω της ιδεολογίας της. Την ίδια στιγμή όμως, στο ελληνικό πολιτικό σύστημα λειτουργεί νόμιμα ένα κόμμα το οποίο στο πρόγραμμά του δηλώνει ρητά ότι στόχος του είναι η ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος και η εγκαθίδρυση σοσιαλιστικού καθεστώτος.
Το ΚΚΕ έχει διακηρυγμένη ιδεολογία που απορρίπτει τον κοινοβουλευτισμό ως τελικό πολιτικό σύστημα και μιλά για «λαϊκή εξουσία» μετά από επαναστατική διαδικασία. Και όμως, η παρουσία του στο κοινοβούλιο θεωρείται απολύτως φυσιολογική. Η αντίφαση εδώ δεν αφορά την ύπαρξη του ΚΚΕ. Η δημοκρατία οφείλει να είναι ανεκτική.
Η αντίφαση αφορά την επιλεκτική εφαρμογή της ανοχής. Αν η δημοκρατία είναι αρκετά ισχυρή για να ανεχθεί ένα κόμμα που θεωρητικά επιδιώκει την ανατροπή της, τότε το επιχείρημα της «ιδεολογικής απαγόρευσης» γίνεται προβληματικό όταν εφαρμόζεται μόνο σε μία πλευρά του πολιτικού φάσματος.
Η κοινωνική βάση της Χρυσής Αυγής
Ένα ακόμη στοιχείο που συχνά αγνοείται είναι η κοινωνική σύνθεση του εκλογικού ακροατηρίου της Χρυσής Αυγής. Στις εκλογές του 2012, το κόμμα συγκέντρωσε σχεδόν μισό εκατομμύριο ψήφους. Είναι προφανές ότι αυτός ο κόσμος δεν αποτελούνταν από μισό εκατομμύριο νεοναζί.
Η άνοδος της Χρυσής Αυγής συνέπεσε με την πιο βαθιά οικονομική κρίση της μεταπολίτευσης. Χιλιάδες πολίτες αναζητούσαν μια τιμωρητική ψήφο απέναντι στο πολιτικό σύστημα που θεωρούσαν υπεύθυνο για τα μνημόνια και την κατάρρευση του βιοτικού τους επιπέδου. Σε πολλές περιπτώσεις, η ψήφος προς τη Χρυσή Αυγή δεν ήταν ιδεολογική αλλά αντισυστημική.
Ήταν μια ψήφος οργής, περισσότερο παρά μια ψήφος ιδεολογικής ταύτισης. Το πρόβλημα της οργάνωσης ήταν ότι αποδείχθηκε ανίκανη να διαχειριστεί αυτό το κύμα διαμαρτυρίας και να το μετατρέψει σε πολιτική δύναμη με θεσμικούς όρους.
Αντίθετα, ένα μέρος των στελεχών της υιοθέτησε πρακτικές που τελικά οδήγησαν στην πλήρη πολιτική και δικαστική της κατάρρευση.
Η εκλογική νομοθεσία και οι ad hoc ρυθμίσεις
Η μεγαλύτερη θεσμική συζήτηση αφορά τις αλλαγές που έγιναν στην εκλογική νομοθεσία τα τελευταία χρόνια. Με αλλεπάλληλες τροπολογίες, το κοινοβούλιο θέσπισε κανόνες που επιτρέπουν στον Άρειο Πάγο να αποκλείει κόμματα από τις εκλογές εφόσον η πραγματική τους ηγεσία έχει καταδικαστεί για συγκεκριμένα εγκλήματα.
Η διάταξη αυτή θεσπίστηκε με σαφή πολιτική στόχευση.
Ανεξάρτητα από την αξιολόγηση του προσώπου στο οποίο εφαρμόστηκε, δημιουργεί ένα θεσμικό προηγούμενο: ότι το εκλογικό πλαίσιο μπορεί να τροποποιείται για να αντιμετωπίσει έναν συγκεκριμένο πολιτικό παίκτη. Η πρακτική αυτή εγείρει εύλογες ανησυχίες για το πού μπορεί να οδηγήσει στο μέλλον.
Η συζήτηση για τη «Δικαιοσύνη δύο ταχυτήτων»
Η υπόθεση της Χρυσής Αυγής επανέφερε και ένα παλαιότερο ερώτημα: λειτουργεί η ελληνική Δικαιοσύνη με τα ίδια μέτρα και σταθμά σε όλες τις περιπτώσεις;
Η αυστηρότητα που επιδείχθηκε στην υπόθεση αυτή έρχεται σε αντίθεση με την αργή πορεία άλλων μεγάλων υποθέσεων που αφορούν τραπεζικά σκάνδαλα, οικονομικά εγκλήματα ή πολιτική διαφθορά. Η αντίφαση αυτή τροφοδοτεί το αίσθημα ότι η Δικαιοσύνη κινείται με διαφορετικές ταχύτητες ανάλογα με τη φύση της υπόθεσης.
Και αυτό είναι ίσως το πιο σοβαρό πολιτικό ζήτημα που αναδεικνύεται από τη δίκη.
Ένα πολιτικό κεφάλαιο που κλείνει
Η Χρυσή Αυγή αποτελεί πλέον ένα κεφάλαιο του παρελθόντος. Η οργάνωση που κάποτε μπήκε στη Βουλή ως έκφραση της κοινωνικής οργής της μνημονιακής περιόδου κατέρρευσε πολιτικά και δικαστικά. Όμως η συζήτηση που άνοιξε η υπόθεση παραμένει.
Γιατί στο τέλος της ημέρας το πραγματικό ζήτημα δεν είναι μόνο η τύχη ενός κόμματος. Είναι η ποιότητα της ίδιας της δημοκρατίας.
Και μια δημοκρατία κρίνεται όχι μόνο από το πώς αντιμετωπίζει τους εχθρούς της, αλλά και από το πόσο συνεπής παραμένει στους κανόνες της όταν τους εφαρμόζει.
English