Ρεκόρ καταγράφηκε το 2025 στη μερισματική πολιτική των εισηγμένων εταιρειών, καθώς οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο Χρηματιστήριο μοίρασαν “δώρα” ύψους 6 δισεκατομμυρίων ευρώ. Το 2025 αποτέλεσε έτος ορόσημο για τις χρηματικές διανομές.
Σύμφωνα με στοιχεία του Χρηματιστηρίου Αθηνών, οι χρηματικές διανομές το 2025 έφτασαν σε επίπεδα ρεκόρ, ξεπερνώντας το προ κρίσης ανώτατο όριο των 5,4 δισ. ευρώ που είχε καταγραφεί το 2007. Η αύξηση των συνολικών διανομών από τους μετόχους ανήλθε σε 42%, δηλαδή 1,8 δισ. ευρώ, συγκριτικά με το 2024, όταν αυτές ήταν 4,2 δισ. ευρώ. Αυτή η ενίσχυση προήλθε από την εταιρική κερδοφορία ρεκόρ και τη συνετή διαχείριση του μέσου δείκτη διανομής μερισμάτων, που ευθυγραμμίζει το Χρηματιστήριο Αθηνών με τα πρότυπα των Ευρωπαϊκών Ανεπτυγμένων Αγορών.
Τα τελευταία τρία χρόνια, οι συνολικές διανομές μετρητών έχουν ξεπεράσει τα 13,1 δισεκατομμύρια ευρώ, λειτουργώντας ως ισχυρός καταλύτης για τη ρευστότητα της αγοράς και ενισχύοντας την εμπιστοσύνη των διεθνών επενδυτών.
Το 2025 σηματοδότησε τη δεύτερη συνεχόμενη χρονιά χρηματικών διανομών από τις Συστημικές Τράπεζες, υποδηλώνοντας την “πλήρη εξομάλυνση” του κλάδου. Χρειάστηκαν 15 χρόνια για να επανέλθουν οι τράπεζες ως κανονικές εισηγμένες εταιρείες. Ξεκίνησαν να διανέμουν μέρισμα από τα κέρδη του 2023, για πρώτη φορά μετά από 16 χρόνια, με το ποσό να ανέρχεται σε 875 εκατ. ευρώ. Την επόμενη χρονιά, η διανομή υπερδιπλασιάστηκε, ξεπερνώντας τα 1,9 δισ. ευρώ.
Επιπλέον, η αγορά είδε τις πρώτες πληρωμές ενδιάμεσων μερισμάτων για τον κύκλο του 2026, προσφέροντας στους επενδυτές σταθερή ορατότητα στα ταμειακά ροές καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Η μερισματική απόδοση της αγοράς διαμορφώθηκε στο 4,4% το 2025, υπερβαίνοντας την απόδοση των 10ετών ομολόγων (3,39%) και σχεδόν τριπλάσια από τη μέση απόδοση των προθεσμιακών καταθέσεων των τραπεζών.
Η μεγαλύτερη μερισματική απόδοση καταγράφηκε το 2008 στο 7,1%, το 2011 στο 6,8% και το 2009 στο 6,7%. Το 2024 η μερισματική απόδοση ήταν επίσης στο 4,4%, το 2023 στο 5,2%, το 2022 στο 5,1%, το 2021 στο 3,8% και το 2020 στο 4,5%.
Αναφορικά με την κερδοφορία των εισηγμένων εταιρειών, τα καθαρά κέρδη τους ανήλθαν το 2024 σε 11,3 δισ. ευρώ, ενώ το 2023 ήταν 10,8 δισ. ευρώ. Τα καθαρά κέρδη το 2022 ανήλθαν σε 10,3 δισ. ευρώ, το 2021 σε 4,08 δισ. ευρώ, το 2020 σε 0,67 δισ. ευρώ, το 2019 σε 0,84 δισ. ευρώ, το 2018 σε 1,59 δισ. ευρώ, το 2017 σε 2,38 δισ. ευρώ, το 2016 σε 1,71 δισ. ευρώ και το 2015 σε 0,86 δισ. ευρώ. Το 2014 οι εισηγμένες παρουσίασαν ζημίες 3,05 δισ. ευρώ, το 2013 κέρδη 2,49 δισ. ευρώ, το 2012 ζημίες 6,6 δισ. ευρώ, το 2011 ζημίες 7,4 δισ. ευρώ, το 2010 ζημίες 3,1 δισ. ευρώ, το 2009 κέρδη 3,8 δισ. ευρώ, το 2008 κέρδη 5,7 δισ. ευρώ, το 2007 κέρδη 11,3 δισ. ευρώ και το 2006 κέρδη 8,3 δισ. ευρώ.
Πηγή: ΑΠΕ
English