Του Gene Sperling*
Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ πραγματοποίησε πρόσφατα επίσκεψη στην Πενσυλβάνια, όπου επανέλαβε τις θέσεις του σχετικά με την οικονομία: Οι ανησυχίες των Αμερικανών για το κόστος ζωής είναι, κατά την άποψή του, “ψέμα” των Δημοκρατικών και οποιαδήποτε δυσαρέσκεια προέρχεται από την οικονομία του Μπάιντεν.
Ωστόσο, το πραγματικό πρόβλημα φαίνεται να είναι ότι η οικονομία του Τραμπ “αυτοτραυματίζεται”.
Είναι συνηθισμένο για τους προέδρους να αποδίδουν τις οικονομικές δυσκολίες στους προκατόχους τους, αλλά η απόπειρα του Τραμπ να ρίξει το φταίξιμο στον Τζο Μπάιντεν δεν είναι απλώς μια παραποίηση της πραγματικότητας. Αντίθετα, πρόκειται για μια προσπάθεια να παραπλανήσει τους Αμερικανούς σχετικά με την οικονομία που κληρονόμησε και τις ζημιές που προκάλεσαν οι πολιτικές του.
Ας δούμε τα γεγονότα. Είναι γεγονός ότι ο παγκόσμιος πληθωρισμός, ειδικά το 2022, αύξησε τις τιμές βασικών αγαθών, όπως τα τρόφιμα, σε επίπεδα πολύ υψηλότερα από ό,τι πριν την πανδημία. Στην κυβέρνηση Μπάιντεν, διαπιστώσαμε ότι ακόμη και η εντυπωσιακή αύξηση της απασχόλησης και η χαμηλή ανεργία δεν μπόρεσαν να μειώσουν την απογοήτευση των ψηφοφόρων για τις τιμές.
Κληρονόμησε όμως η κυβέρνηση Τραμπ μια αδύναμη οικονομία με ανεξέλεγκτο πληθωρισμό; Οχι. Όταν ο Τραμπ ανέλαβε τα καθήκοντά του, η ανεργία ήταν γύρω στο 4%, ενώ σήμερα, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση, αυτή ανέρχεται στο 4,6%, με την ανεργία στην αφροαμερικανική κοινότητα να έχει αυξηθεί από 6,2% σε 8,3%.
Μετά την ιστορική αύξηση της απασχόλησης υπό τον Μπάιντεν, η τάση παρέμεινε σταθερή το 2024, με περίπου 100.000 νέες θέσεις εργασίας ανά μήνα. Αντίθετα, υπό την προεδρία Τραμπ, η οικονομία έχει χάσει 182.000 θέσεις εργασίας σε επτά μήνες από την ανακοίνωση των δασμών της Ημέρας της Απελευθέρωσης τον Απρίλιο. Ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, Τζέρομ Πάουελ, ανέφερε ότι οι αναθεωρημένες μετρήσεις δείχνουν απώλεια 20.000 θέσεων εργασίας κάθε μήνα από τότε.
Ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης έχει υποχωρήσει κατά 26% από την αποχώρηση του Μπάιντεν. Ο υπο-δείκτης για τις τρέχουσες οικονομικές συνθήκες έχει μειωθεί κατά 32%, φτάνοντας σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Όταν εκλέχθηκε ο Τραμπ, οι Αμερικανοί προέβλεπαν πληθωρισμό 2,6% για το επόμενο έτος, ενώ τώρα οι προσδοκίες ανέρχονται στο 4,1%.
Αξιοσημείωτο είναι ότι, μετά τις εκλογές, ο πληθωρισμός είχε μειωθεί σημαντικά και οι ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες προέβλεπαν συνέχιση της πτώσης μέχρι το 2025, με στόχο κοντά στο 2%. Σήμερα, ο δομικός PCE ανέρχεται στο 2,5% και οι προβλέψεις είναι θετικές, με την Goldman Sachs να αναμένει μείωση στο 2,1% μέχρι το τέλος του έτους.
Η πραγματικότητα είναι ότι ο Τραμπ κληρονόμησε μια οικονομία που είχε αρχίσει να σταθεροποιείται.
Ωστόσο, οι αυξήσεις δασμών που επέβαλε ανέτρεψαν αυτή τη θετική πορεία. Ο δομικός PCE έχει φτάσει το 2,8% από τον Απρίλιο, ενώ ο δείκτης τιμών καταναλωτή παρουσίασε αύξηση 3,6% τους τελευταίους τρεις μήνες, αψηφώντας τις προσδοκίες βελτίωσης.
Μια επιστημονική έκθεση δείχνει ότι χωρίς τις πολιτικές του Τραμπ, ο δείκτης τιμών καταναλωτή θα ήταν στο 2,2% τον Αύγουστο, αντί του 2,9% που παρατηρήθηκε.
Επιπλέον, οι πολιτικές του Τραμπ ενδέχεται να ανατρέψουν την πτωτική τάση του πληθωρισμού. Οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας έχουν αυξηθεί κατά 4,3% σε μόλις οκτώ μήνες, καθώς ο Τραμπ περιορίζει τις επενδύσεις σε καθαρή ενέργεια και επιβάλλει δασμούς στις εισαγωγές ενέργειας.
Τόσο η Bank of America όσο και η Moody’s προειδοποιούν ότι οι περιορισμοί στη μετανάστευση θα ασκήσουν περαιτέρω πιέσεις στις τιμές. Παράλληλα, οι Ρεπουμπλικάνοι στο Κογκρέσο επιδιώκουν να διπλασιάσουν το κόστος ασφάλισης υγείας για περισσότερους από 22 εκατομμύρια Αμερικανούς, καταργώντας τις επιδοτήσεις από το 2021. Αυτή η πολιτική θα αυξήσει το κόστος της υγειονομικής περίθαλψης και θα οδηγήσει σε περισσότερους μη καλυπτόμενους πολίτες.
Αν και η δεύτερη θητεία του Τραμπ συνέπεσε με αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη, η οικονομική αδυναμία συνδέεται άμεσα με τις πολιτικές του. Αυτό έχει αναγνωρίσει εν μέρει και το οικονομικό επιτελείο του Λευκού Οίκου, προτείνοντας την ανατροπή δασμών σε προϊόντα όπως ο καφές και οι μπανάνες.
Πρόσφατα, ο Πάουελ απέδωσε την αύξηση του πληθωρισμού στους δασμούς του Τραμπ, ενώ πολλοί οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η αδυναμία της αγοράς εργασίας οφείλεται και στις υψηλότερες δαπάνες από την Ημέρα της Απελευθέρωσης. Με πολλές εταιρείες να δηλώνουν ότι θα χρειαστεί να αυξήσουν περαιτέρω τις τιμές το 2026, η καλύτερη ελπίδα για την αντιμετώπιση της αύξησης του κόστους ζωής μπορεί να είναι η ανατροπή περισσότερων πολιτικών του Τραμπ από το Ανώτατο Δικαστήριο.
*Ο Gene Sperling υπηρέτησε ως διευθυντής του Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου των ΗΠΑ υπό τους προέδρους Μπιλ Κλίντον και Μπάρακ Ομπάμα και είναι ανώτερος σύμβουλος του προέδρου Τζο Μπάιντεν.
Απόδοση – Επιμέλεια: Λυδία Ρουμποπούλου
English