Η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρά σε στρατηγική συνεργασία με το Ουζμπεκιστάν για την απομάκρυνσή του από την επιρροή της Κίνας. Η συμφωνία, που υπογράφηκε στις 24 Οκτωβρίου, στοχεύει στη συνεργασία σε κρίσιμους τομείς όπως οι πρώτες ύλες και η πρόσβαση στην αγορά, ενισχύοντας τη θέση του Ουζμπεκιστάν εντός της ευρωπαϊκής οικονομικής σφαίρας.
Σημαντική συμφωνία για τις πρώτες ύλες
Στις 24 Οκτωβρίου, η ΕΕ υπέγραψε μια εκτενή συμφωνία με το Ουζμπεκιστάν, η οποία καλύπτει κρίσιμες πρώτες ύλες και την πρόσβαση στην αγορά. Αυτή η κίνηση είναι μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής για να φέρει τη χώρα, η οποία βρίσκεται σε στρατηγική τοποθεσία στην Κεντρική Ασία, πιο κοντά στην οικονομική και ρυθμιστική σφαίρα της ΕΕ.
Υποστήριξη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, χαρακτήρισε τη συμφωνία ως ένα πλαίσιο «για αμοιβαίο όφελος». Τόνισε επίσης την υποστήριξη της ΕΕ για την προσχώρηση του Ουζμπεκιστάν στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, κάτι που θα ενδυνάμει τη σύνδεση της Τασκένδης με το «κανόνες-βασισμένο» σύστημα της ΕΕ, απομακρύνοντάς την από το κρατικά καθοδηγούμενο οικονομικό μοντέλο της Κίνας.
Πολιτική «πολυδιάστατης» εξωτερικής πολιτικής
Το Ουζμπεκιστάν, το οποίο βρίσκεται στο κέντρο της Κεντρικής Ασίας, έχει διαχρονικά ισορροπήσει τις σχέσεις του μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Η Ρωσία παραμένει ένας σημαντικός εταίρος, ιστορικά ο κύριος επενδυτής και σύμμαχος ασφάλειας, ενώ η επιρροή της Κίνας έχει επεκταθεί ταχύτατα μέσω επενδύσεων σε υποδομές και εξόρυξη. Η Βρυξέλλες τώρα προσπαθούν να κλίνουν αυτή την ισορροπία προς τη Δύση, τοποθετώντας την ΕΕ ως στρατηγικό αντίβαρο στην αυξανόμενη παρουσία του Πεκίνου.
Εξάρτηση από την Κίνα και στρατηγικοί κίνδυνοι
Η αποδοχή του Ουζμπεκιστάν στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου απαιτεί την ολοκλήρωση διμερών διαπραγματεύσεων σχετικά με την πρόσβαση στην αγορά για αγαθά και υπηρεσίες. Η Κίνα ήδη έχει βαθιές ρίζες στον τομέα εξόρυξης του Ουζμπεκιστάν, με έργα όπως ένα συγκρότημα σιδηρομεταλλεύματος κοντά στην Τασκένδη και ένα εργοστάσιο μη σιδηρούχων μετάλλων. Μια πρόταση 2,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων από την Κίνα για περαιτέρω ανάπτυξη εξόρυξης παραμένει στο τραπέζι.
Αντίκτυποι της εξάρτησης από τις κινεζικές προμήθειες
Η κυριαρχία της Κίνας στις παγκόσμιες πρώτες ύλες θεωρείται στρατηγικός κίνδυνος από τους ευρωπαίους πολιτικούς. Η γραφειοκρατία των Βρυξελλών αναφέρει ότι ανταποκρίνεται «στα παγκόσμια προβλήματα που προκαλούνται από την Κίνα, μέσω των περιορισμών στις εξαγωγές τους». Οι περιορισμοί εξαγωγών της Κίνας σε σπάνιες γαίες και άλλα κρίσιμα υλικά έχουν αναδείξει την εξάρτηση του κόσμου — και ειδικά της Ευρώπης — από τις αλυσίδες εφοδιασμού του Πεκίνου.
Η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας εκτιμά ότι η Κίνα επεξεργάζεται περίπου το 70% των στρατηγικών μετάλλων παγκοσμίως και παράγει πάνω από το 90% των μαγνητών σπάνιων γαιών που χρησιμοποιούνται σε ηλεκτρικά οχήματα, ανεμογεννήτριες και συστήματα άμυνας — καθιστώντας τις παγκόσμιες αγορές «ευάλωτες σε σοκ ή περιορισμούς εμπορίου».
Οικονομική πραγματικότητα για τις επιχειρήσεις
Ο Βαργκ Φόλκμαν, αναλυτής στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Πολιτικής στις Βρυξέλλες, δήλωσε στο «Brussels Signal»:
Οι επιχειρήσεις θα συνεχίσουν να αγοράζουν κινεζικές πρώτες ύλες αν αυτές είναι διαθέσιμες και φθηνότερες από τις ευρωπαϊκές.
English